ΑΠΟΨΕΙΣ

Oι τετράποδοι ήρωες του ’40

H oικογένεια του παππού μου του Γιάννη, στο Βαθύ της Σάμου, τη δεκαετία του ’30, είχε ένα μουλάρι. Μέλισσα την έλεγαν, γιατί ήταν εργατική και πολύτιμη, όπως οι μέλισσες. Ηρεμη, δυνατή, υπάκουη, ήταν πάντα μαζί τους στο όργωμα, στο αλώνισμα, στον τρύγο, στο λιομάζωμα – σωστό χρυσάφι. Σαν άνθρωπο δικό τους την αγαπούσαν και τη φρόντιζαν. 

Οταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και ανακοινώθηκε η επίταξη των υποζυγίων, φαρμακώθηκαν που έπρεπε να την αποχωριστούν. Με βαριά καρδιά την πήρε ο παππούς μου να την παραδώσει, στο λιμάνι, όπου ο στρατός συγκέντρωνε τα άλογα και τα μουλάρια που θα στέλνονταν στο μέτωπο. Κόσμος πολύς, ζώα πολλά, φασαρία, αναστάτωση, βρήκε την ευκαιρία κάποια στιγμή η Μέλισσα και δάγκωσε ένα κουλούρι από τον ταβλά ενός κουλουρά. Εβαλε εκείνος τις φωνές και σήκωσε το χέρι του να τη χτυπήσει. 

«Μην τολμήσεις να ακουμπήσεις το ζώο μου, γιατί σακατεμένο θα σε πάρουν από τα χέρια μου», τον φοβέρισε ο παππούς μου. «Πόσο κάνουν τα κουλούρια σου; Να, πάρε τα λεφτά σου και βάλε κάτω τον ταβλά να φάει το μουλάρι μου όσα θέλει». Ετσι έγινε, και η Μέλισσα, χορτάτη αλλά ανίδεη για όσα την περίμεναν, μπήκε στο καράβι και έφυγε για τα ελληνοαλβανικά σύνορα. 

Υστερα από λίγες ημέρες σάλπαρε και ο Γιάννης για το μέτωπο. Και παραμονή των Χριστουγέννων του 1940, όταν η μεραρχία του είχε μπει στη Χειμάρρα, περνώντας έξω από ένα σχολείο, άκουσε το χλιμίντρισμά της από το προαύλιο και την αναγνώρισε. Ή μήπως τον είχε αναγνωρίσει εκείνη μέσα στο σκοτάδι; Ετρεξε και την αγκάλιασε. Τη φιλούσε κι έκλαιγε λες και ήταν μωρό παιδί από τη χαρά του. Πέρασε σχεδόν όλη τη νύχτα δίπλα της.

Το πρωί χωρίστηκαν. Δεν την ξαναείδε ποτέ. Εκείνος επέστρεψε στο νησί, η Μέλισσα όχι. Αλλά ήταν σίγουρος ότι είχε επιζήσει. «Τέτοια ζώα ούτε πολέμους φοβούνται, ούτε άγρια θηρία, ούτε τίποτα», έλεγε στη γιαγιά μου. Κάθε φορά που μιλούσε γι’ αυτήν βούρκωνε.

Σύμφωνα με το Γενικό Επιτελείο Στρατού, «άπασαι αι ανωτέρω μονάδες του τε προς Αλβανίαν και Βουλγαρίαν θεάτρου επιχειρήσεως, μετά των μη μεραρχιακών τοιούτω και των εν γένει υπηρεσιών, ανήρχοντο περίπου εις 300.000 άνδρας και 125.000 κτήνη». Κτήνη… Γαϊδούρια, μουλάρια και άλογα, που έγραψαν τις δικές τους σελίδες ένδοξης ιστορίας, ως κινητήρια δύναμη του ελληνικού στρατού. 

Σχεδόν 14.000 στρατιώτες μας έπεσαν νεκροί στη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Από τα επιταγμένα υποζύγια, τα περισσότερα χάθηκαν στα δύσβατα βουνά της Αλβανίας: γκρεμίστηκαν σε χαράδρες, διαμελίστηκαν από το σφυροκόπημα των ιταλικών πυρών, θάφτηκαν στα χιόνια. Ελάχιστα γύρισαν πίσω – και αυτά τσακισμένα από τις κακουχίες. Μέρα που είναι τους αξίζει ένα κομμάτι της ιστορικής μνήμης. Ενα, τουλάχιστον, «ευχαριστώ».