ΑΠΟΨΕΙΣ

Σωτήρης Τσιόδρας: Κορωνοπόλεμος

sotiris-tsiodras-koronopolemos0 Μπορεί το ρεζερβουάρ της ευαισθησίας τους να έχει αδειάσει. Μπορεί στο ακροατήριο του Τσιόδρα να υπάρχουν κάποιοι που δεν είναι σε θέση πια να συγκινηθούν από τις εκκλήσεις του καθηγητή, που μιλάει για «καρδιά» και «ευθύνη». Δεν μιλάμε για τους ψεκασμένους. Μιλάμε για τους αψέκαστους κουρασμένους, που έχουν ξεμείνει από ψυχικά ή υλικά αποθέματα· που έχουν το λοιμώδες ελαφρυντικό της μετεφηβικής ανάγκης για νυχτερινό συγχρωτισμό.
 
Η επιστράτευση του καθηγητή για ένα εμψυχωτικό προσκλητήριο από στήθους ήταν αναμενόμενο ότι θα προσέκρουε σε τέτοιες ψυχολογικές αντιστάσεις. Λιγότερο αναμενόμενα ήταν τα αντιπολιτευτικά πυρά προς το πρόσωπό του. Οχι επειδή είναι έξω από την κουλτούρα της αξιωματικής αντιπολίτευσης η στοχοποίηση ακόμη και προσωπικοτήτων που δεν μετέχουν στον κομματικό ανταγωνισμό· αλλά, κυρίως, επειδή το συριζαϊκό συμφέρον θα υπαγόρευε να μην επιλέξει το κόμμα ως αντίπαλο μια μορφή εθνικής εμβέλειας.
 
Στην περίπτωση Τσιόδρα, υπερίσχυσε το ένστικτο «όποιος δεν είναι δικός μας είναι εναντίον μας»: Αυτός που δίνει φωνή στην υγειονομική πολιτική του κράτους, δεν είναι του κράτους. Δεν επιτελεί υπερκομματική αποστολή. Είναι μαριονέτα του Μητσοτάκη, που δίνει άλλοθι στην κυβέρνηση (επειδή είπε ότι δεν μπορούν να δρομολογηθούν περισσότερα λεωφορεία).
 
Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς πού καταλήγει αυτό το δρομολόγιο: Ο ΣΥΡΙΖΑ πατάει και την τελευταία από τις γραμμές που οριοθετούσε την πανδημική κρίση ως αντικείμενο εξαιρούμενο της τρέχουσας καταγγελτικής αντιπολίτευσης. Η διασταύρωση της επίθεσης κατά του Τσιόδρα με την πάγια ρητορική περί μιντιακής συνωμοσίας –εξαιτίας ενός ξεκούδουνου «copy-paste»– προδιαθέτει για ταχύτερη όξυνση αυτού του μετώπου. Οσο ο ιός θα εξαπλώνεται, ο ΣΥΡΙΖΑ θα τον εργαλειοποιεί ολοένα και περισσότερο σαν να ήταν προϊόν δεξιάς 
βιοτεχνολογίας.
 
Μπορεί κανείς να ξεπεράσει το ερώτημα εάν είναι ηθικοπολιτικά σωστή ή λάθος αυτή η τακτική, που υποδαυλίζει τη δυσπιστία για την άμυνα της δημόσιας υγείας. Μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και το ρίσκο της επιλογής ενός μη πολιτικού –και δημοφιλούς– στόχου, για να αναρωτηθεί: Εχει άραγε πιθανότητες επιτυχίας αυτού του είδους η κορωνο-αντιπολίτευση;
 
Η εμπειρία μέχρι στιγμής δείχνει ότι η κάμψη στα ποσοστά αποδοχής των κυβερνητικών χειρισμών μετά το καλοκαίρι δεν μεταφράζεται σε κέρδος για τα άλλα κόμματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καρπώνεται την όποια φθορά.
 
Εις βάρος ενός τέτοιου μικροπολιτικού αυτοματισμού λειτουργεί και το συγκριτικό πλαίσιο: Γιατί η Γαλλία –κατά τον πρόεδρό της– βουλιάζει; Φταίνε μήπως και εκεί ο Μητσοτάκης και ο Τσιόδρας «του»; Γιατί η Μέρκελ προειδοποιεί ότι εξαντλούνται οι εντατικές του γερμανικού συστήματος υγείας; Μήπως επειδή δεν έχει Πολάκη να τις οργανώσει;