ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η αστοχία της μνήμης

Ο εμβληματικός δημοσιογράφος, πολεμικός ανταποκριτής και συγγραφέας Ρόμπερτ Φισκ (1946-2020). «Παιδιά, να διαβάζετε», παρότρυνε νεότερους συναδέλφους του (θα είχε τους λόγους του) αυτός ο παθιασμένος με την Ιστορία (φωτ. EPA).

«Μην ανησυχείς για τις βολές του πυροβολικού. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για αυτές. Αλλά κοίτα γύρω σου για ελεύθερους σκοπευτές». Η συμβουλή του παλιού στρατιώτη Μπιλ Φισκ προς τον γιο του, Ρόμπερτ, τον θρύλο των ξένων ανταποκριτών που άφησε την τελευταία του πνοή στο Δουβλίνο σε ηλικία 74 ετών, τον ακολουθούσε ώς την τελευταία στιγμή. Προκειμένου να διηγηθεί την ιστορία των πολέμων στη Βόρεια Ιρλανδία, στον Λίβανο, στην Παλαιστίνη, στην Αλγερία, στο Ιράν, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στη Βοσνία, τη Συρία και αλλού, ο Φισκ έπρεπε πρώτα να επιβιώσει. 

Το κατόρθωσε υπό αντίξοες συνθήκες, ζώντας στην εμφυλιοπολεμική Βηρυτό την περίοδο που σε κάθε ελεύθερο δημοσιογράφο αναλογούσαν δύο απαχθέντες, γλιτώνοντας και ο ίδιος από μια απόπειρα απαγωγής χάρη στην απίστευτη νευρική του οδήγηση και μεταφέροντας συχνά στα κείμενά του τους ήχους, τις οσμές και την αγωνία που ο ίδιος ζούσε. Ο Φισκ δεν έμπαινε στο στόμα του λύκου χωρίς λόγο (ήταν, λένε, ο πρώτος που εξαφανιζόταν από τα μπαρ των ξενοδοχείων με τον παραμικρό ήχο πυροβολισμών), ταυτόχρονα όμως ήταν απολύτως αποφασισμένος να δει με τα μάτια του τι συμβαίνει, να μιλήσει ο ίδιος με τους αυτόπτες μάρτυρες, να κάνει τη δική του αναζήτηση στα συντρίμμια.

«Δεν μπορείς να προσεγγίσεις την αλήθεια αν δεν είσαι εκεί», έλεγε και ριχνόταν στην έρευνα με μια ενεργητικότητα που έκανε τον Λιβανέζο οδηγό του να εκμυστηρεύεται ότι μία ημέρα μαζί του ήταν σαν ένας μήνας με οποιονδήποτε άλλον. Μιλούσε αραβικά –γιατί πώς αλλιώς μπορεί να καλύψει με αξιώσεις τη Μέση Ανατολή– και το βασικό εργαλείο της δουλειάς του ήταν, ακόμη και τώρα, το σημειωματάριο (smartphone και email τα θεωρούσε περιττά).  

Συχνά δεν χρειαζόταν καν να πάει ο ίδιος στις πηγές του, τον έβρισκαν αυτές. Αυτό συνέβη για πρώτη φορά στη Βόρεια Ιρλανδία, όταν ο βρετανικός στρατός τον απέκλεισε από τις επίσημες ενημερώσεις γιατί ως νεαρός ανταποκριτής των «Τάιμς» αμφισβητούσε το περιεχόμενό τους. Αίφνης άρχισαν να τον πλευρίζουν, τα βράδια, λοχαγοί και υπολοχαγοί περνώντας του έγγραφα με εντολές που λάμβαναν από τους ανωτέρους τους και με τις οποίες η συνείδησή τους διαφωνούσε. 

«Οταν έγραφα για Βρετανούς στρατιώτες που κακοποιούσαν καθολικούς, με έλεγαν φίλο του IRA και φίλο των τρομοκρατών –μια κατηγορία την οποία αργότερα συνήθισα στη Μέση Ανατολή– και όταν συνόδευα Βρετανούς στρατιώτες στις περιπολίες με έλεγαν “σύμμαχο του Στέμματος”, ακόμη και πράκτορα», έλεγε. 

Ενα χάραμα στο Μπέλφαστ, τον επισκέφθηκαν οι βρετανικές υπηρεσίες ζητώντας του να αποκαλύψει τις πηγές του, πράγμα που τον οδήγησε να καταφύγει στο Δουβλίνο. Ηταν η αρχή μιας σχέσης ζωής με την Ιρλανδία, της οποίας την υπηκοότητα έλαβε αργότερα. Ο Φισκ, γεννημένος στο Κεντ με σπουδές στο Λάνκαστερ, ήταν γέννημα-θρέμμα Αγγλος, αλλά αυτό δεν τον απέτρεπε από το να επικρίνει την πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας και κάθε άλλης ισχυρής χώρας που εξαπέλυε πολέμους.  

Αντιμετώπιζε με βαθιά περιφρόνηση όσους αποφασίζουν αν θα χαρακτηρίσουν κάποιον δολοφόνο ανάλογα με την εθνικότητά του και μισούσε την προπαγανδιστική εξιδανίκευση του πολέμου. 

«Αυτό θέλουν οι κυβερνήσεις. Να βλέπουν οι λαοί τον πόλεμο ως ένα δράμα αντιθέσεων, το καλό και το κακό, ή αυτοί ή εμείς, ή νίκη ή ήττα. Αλλά δεν είναι νίκη ή ήττα. Είναι θάνατος και πρόκληση θανάτου. Είναι η απόλυτη αποτυχία του ανθρώπινου πνεύματος», έλεγε.

Η ανάγκη να δώσει αυτή την οπτική στο ανυποψίαστο δυτικό κοινό τον έκανε να συνεχίζει παρά τη φρίκη με την οποία ήρθε αντιμέτωπος σε μία από τις συγκλονιστικότερες στιγμές της καριέρας του, όταν μπήκε στους παλαιστινιακούς προσφυγικούς καταυλισμούς της Σάμπρα και Σατίλα, στα περίχωρα της Βηρυτού αμέσως μετά τη σφαγή τουλάχιστον 1.000 αμάχων από τις πολιτοφυλακές των Λιβανέζων συμμάχων του Ισραήλ. 

Κάποια στιγμή βρέθηκε κυριολεκτικά να πατάει επί πτωμάτων και ο τρόπος να μη βλέπει εφιάλτες ήταν να λέει ότι οι ψυχές των ανθρώπων αυτών θα καλωσόριζαν την παρουσία του, γιατί θα ήθελαν κάποιος να μιλήσει στον κόσμο για αυτό που τους συνέβη. 
Η αρχή που τον καθοδηγούσε ήταν απλή: «Ποτέ μην αυτολογοκρίνεστε. Ποτέ μην υποτάσσεστε στην εξουσία. Οταν έχετε ένα σημαντικό θέμα και οι κρατούντες θέλουν να σας πατήσουν κάτω (μερικές φορές με τη βοήθεια των συναδέλφων σας) ποτέ μη ζητάτε συγγνώμη. Να επιμένετε στο θέμα σας». Οι αρχισυντάκτες επέτρεπαν στον Φισκ να κάνει τη δουλειά του –εξάλλου σάρωνε το ένα δημοσιογραφικό βραβείο μετά το άλλο– μέχρι που οι «Τάιμς» πέρασαν στα χέρια του μεγιστάνα Ρούπερτ Μέρντοχ. Ηταν το 1988 και το αμερικανικό καταδρομικό σκάφος Vincennes είχε μόλις καταρρίψει ένα Airbus των ιρανικών αερογραμμών με 290 επιβαίνοντες. Ο Φισκ έμαθε από τις πηγές του στον πύργο ελέγχου του αεροδρομίου του Ντουμπάι ότι οι Αμερικανοί ναύτες έκαναν λάθος υπό το κράτος πανικού και ότι η επίσημη εκδοχή περί «εχθρικού αεροσκάφους σε αποστολή αυτοκτονίας» ήταν ψευδής. Το πιο καίριο σημείο της ανταπόκρισής του λογοκρίθηκε και ο Φισκ αποφάσισε να αναζητήσει άλλον εργοδότη, μεταπηδώντας στην εφημερίδα Independent, όπου παρέμεινε ώς τον θάνατό του. 

Στα 45 χρόνια που πέρασε στη Μέση Ανατολή, παρακολούθησε στενά τις τραγικές επιλογές που γιγάντωσαν το πολιτικό Ισλάμ και πυροδότησαν το αντιδυτικό μένος. «Στον Λίβανο παρακολούθησα έναν φιλικό μουσουλμανικό πληθυσμό να γεμίζει μίσος προς τη Δύση. Το ίδιο στην Παλαιστίνη και στη Βοσνία», διηγείται στην αρχή του μεγάλου ντοκιμαντέρ «Οι μουσουλμάνοι και η Δύση» που γύρισε το 1993 για το Discovery Channel. Ηταν ένα από τα λιγοστά περάσματα στην τηλεόραση για έναν δημοσιογράφο που προτιμούσε να γράφει βιβλία σε μέγεθος τούβλου (το επόμενό του ήταν σχεδόν έτοιμο, στις 1.600 σελίδες) και να αναλύει την επικαιρότητα υπό το πρίσμα της Ιστορίας. 

Η επιμονή του στην Ιστορία εξηγείται από τη βαθιά του πεποίθηση ότι ο μεγαλύτερος εχθρός των δημοσιογράφων και των πολιτικών είναι, κατ’ ουσίαν, κοινός: η αστοχία της μνήμης.