ΑΠΟΨΕΙΣ

«Θα μπορούσα να σκοτώσω κάποιον στην 5η Λεωφόρο…»

Ο Τραμπ το συνόψισε με ανατριχιαστική ακρίβεια, το 2016: «Εχω τους πιο πιστούς οπαδούς. Θα μπορούσα να σκοτώσω κάποιον στη μέση της 5ης Λεωφόρου και πάλι να μη χάσω ούτε μία ψήφο».

Στις εκλογές αυτές περίπου 70 εκατομμύρια Αμερικανοί ψηφοφόροι επέλεξαν τον Τραμπ, περισσότεροι από το 2016. Χωρίς ψευδαισθήσεις για το τι πρόεδρος μπορούσε να γίνει. Χωρίς δικαιολογία άγνοιας για το ποιος πραγματικά είναι. Μετά τέσσερα χρόνια παραληρηματικής διακυβέρνησης, μετά την καταρράκωση θεσμών και συμβάσεων της Δημοκρατίας, τη διαφθορά, τον νεποτισμό, τις εναντίον του αποκαλύψεις πρώην συνεργατών και συγγενών, με 3 τρισ. έλλειμμα, έπειτα από 22.000 ψέματα (τόσα μέτρησε η βάση δεδομένων της Washington Post από το 2016), και 230.000 νεκρούς της πανδημίας, 70 εκατομμύρια ψηφοφόροι συνέκριναν τον Τραμπ με έναν αξιοπρεπή, συμπαθή, ανθρώπινο, μετριοπαθή Μπάιντεν, και συμπέραναν ότι προτιμούν Τραμπ.

Μπορεί να ιχνηλατήσει κανείς τον ετερόκλητο συνασπισμό που έφερε τον Τραμπ μία ανάσα από την επανεκλογή στο κολέγιο των εκλεκτόρων. Τους λευκούς άνδρες, που από το 1964 ψηφίζουν Ρεπουμπλικανό πρόεδρο και που αισθάνονται απειλούμενοι από ένα διευρυνόμενο πληθυσμό μειονοτήτων. Τους χαμηλής μόρφωσης πολίτες, που αισθάνονται τον Τραμπ ως αυτόν που μιλάει τη γλώσσα τους και δονείται από την οργή τους εναντίον των ελίτ. Τους κατοίκους των εύπορων προαστίων, που ζουν άνετα και δεν θέλουν την παρουσία φτωχότερων μειονοτήτων να ρίξει τις τιμές του real estate. Τους φανατικούς χριστιανούς, που τον λατρεύουν ως δώρο Θεού ο οποίος θα νικήσει τη συνωμοσία των σατανιστών, και τους λιγότερο σαλεμένους φανατικούς χριστιανούς που τον θέλουν γιατί γέμισε τα δικαστήρια με υπερσυντηρητικούς δικαστές. Τους μικροεπιχειρηματίες που το diner ή το μαγαζάκι τους που κάνει κομμώσεις, περιποιείται νύχια ή φτιάχνει τατουάζ έκλεισε εξαιτίας του lockdown που επέβαλαν οι Δημοκρατικοί.

Τους μαύρους που αισθάνονται επιτυχημένοι και δεν θέλουν να συνδέονται με τους losers των Black Lives Matter. Τους ισπανόφωνους του Μαϊάμι που έχουν πειστεί ότι ο Τραμπ είναι το τελευταίο οχυρό αντίστασης στον σοσιαλισμό. Κυρίως, όμως, και καθοριστικά, το πλήθος των μορφωμένων, εύπορων, ορθολογικών, «κανονικών» ανθρώπων που έχοντας διατηρήσει τα μάτια και τα αυτιά τους ανοιχτά τα τελευταία τέσσερα χρόνια αποφάσισαν να κλείσουν τη μύτη τους και να τον ψηφίσουν διότι οι δουλειές πάνε καλά, οι φόροι μειώθηκαν και αυξήθηκαν οι αποδόσεις στο χρηματιστήριο.

Ζούμε τις συνέπειες της ακραίας πόλωσης και του κατακερματισμού της κοινωνίας σε αμέτρητες μικροσφαίρες ιδιωτικού βίου. Μια χώρα που συγκροτήθηκε σε έθνος μέσα από κοινότητες αποίκων που χτίζονταν γύρω από ενορίες, επιστρέφει σε ένα αρχιπέλαγος στενών κοινοτήτων που ζουν αποκομμένες από μια αίσθηση κοινής σφαίρας και δημόσιων αξιών, αδιάφορες για την πορεία της Δημοκρατίας και την τύχη των θεσμών που τη συγκροτούν.

Οι Δημοκρατίες δεν καταρρέουν από εξωτερικές επεμβάσεις – τουλάχιστον όχι στις ισχυρές ανεπτυγμένες χώρες. Πεθαίνουν από μέσα, αργά, από τη σταδιακή υπονόμευση των θεσμών και την απάθεια των πολιτών, προειδοποιούσαν το 2018 στο βιβλίο τους οι Ζίμπλατ και Λεβίτσκι. Και η Αμερική τα τελευταία τέσσερα χρόνια λειτούργησε σαν ένα τεράστιο ριάλιτι, με πρωταγωνιστή τον καρατερίστα του είδους, που θα μπορούσε να επιγράφεται: Η μέρα με τη μέρα καταβύθιση της αμερικανικής Δημοκρατίας.

Ακόμα και με την εκλογή του Μπάιντεν, το δράμα δεν έχει τελειώσει. Μια ρεπουμπλικανική Γερουσία κυριαρχούμενη από ακραίους και τραμπιστές θα επιδιώξει τη μεγαλύτερη δυνατή κυβερνητική παράλυση. Χωρίς την πανδημία, ο Τραμπ θα είχε επανεκλεγεί πανηγυρικά. Η Αμερική θα έμπαινε στην τελική πράξη διολίσθησης στον αυταρχισμό, με έναν πρόεδρο θεσμικά αχαλίνωτο.

Η κληρονομιά του τραμπισμού παραμένει απειλή για τη φιλελεύθερη Δημοκρατία. Φτάνοντας μία ανάσα από την επανεκλογή, ο Τραμπ απέδειξε ότι η εκλογική επιτυχία είναι πλήρως διαζευγμένη από την επιτυχή διακυβέρνηση, την κατάρτιση, το ήθος, τον χαρακτήρα, την αξιότητα και ακεραιότητα του ηγετικού προσωπικού. Η εκλογική επιτυχία υπακούει σε δυνάμεις σκοτεινής ψυχολογικής χειραγώγησης και στενής ατομικής ιδιοτέλειας των ψηφοφόρων. Η απειλή εξαγωγής του τραμπισμού στην Ευρώπη είναι πραγματική. Αμέσως μετά τις εκλογές ο Τραμπ διέπραξε ξανά το αδιανόητο, αλλά δυστυχώς πλήρως αναμενόμενο: αμφισβήτησε τη νομιμότητα της εκλογικής διαδικασίας την οποία είχε ήδη κάνει ό,τι μπορούσε για να υπονομεύσει.

Αναγόρευσε εαυτόν νικητή, ενώ η καταμέτρηση συνεχιζόταν, και διέταξε να σταματήσει η καταμέτρηση. Και το επανέλαβε ξανά, καταγγέλλοντας ότι του κλέβουν τις εκλογές.

Το ότι η διεθνής κοινή γνώμη, ευρωπαϊκά κόμματα όλου του φάσματος, η πλειονότητα των αμερικανικών ΜΜΕ, αντέδρασαν με φρίκη, έδειξε ότι οι δυνάμεις της Δημοκρατίας διατηρούν ακόμα τα αντανακλαστικά τους. Μπορούν να αναγνωρίσουν έναν επίδοξο δικτάτορα όταν τον δουν στον τηλεοπτικό τους δέκτη.
 
* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, γενικός διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ.