ΑΠΟΨΕΙΣ

Η καταστροφική εμμονή στο δόγμα

Αρέσει σε πολλούς να καταγγέλλουν «χούντες» και «αυταρχισμό», ώστε αυτομάτως και άκοπα να αυτοανακηρύσσονται οι ίδιοι αντιστασιακοί και δημοκράτες. Ετσι, παρότι η πανδημία εμπόδισε τους εορτασμούς του Πάσχα, τις εθνικές επετείους της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου, μέρος του πολιτικού κόσμου βρήκε αφορμή να σηκώσει την πύρινη ρομφαία της επανάστασης εναντίον της κυβερνητικής απαγόρευσης συγκεντρώσεων στην επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Προφανώς, ο σημερινός ξεσηκωμός έχει ως πολιτική αφορμή το γεγονός ότι η έξαρση του κορωνοϊού βρίσκει την κυβέρνηση πιο ευάλωτη από πριν· βαθύτερη αιτία είναι ότι η 17η Νοεμβρίου είναι μια επέτειος που –αντιθέτως με αυτές του πολέμου ανεξαρτησίας και του «Οχι»– μπορεί να την οικειοποιηθεί η Αριστερά. 

Είναι χρήσιμο για κάποιους, λοιπόν, να μετατρέπουν την πολύπλοκη πραγματικότητα σε σύμβολα, να την απλοποιούν, για να μπορούν να τη διαχειρίζονται όπως θέλουν. Τους βοηθάει να εκμεταλλεύονται την ανάγκη των ανθρώπων για τελετές και μύθους που τους δίνουν την αίσθηση –ή ψευδαίσθηση– ότι συμμετέχουν και αυτοί σε μεγάλα ιστορικά ή πνευματικά δρώμενα, που αλλιώς δεν θα τους ήταν κατανοητά. Από εκεί, είναι ένα βήμα πριν από τη διαμόρφωση κάθε είδους δόγματος και ορθοδοξίας. Το πρόβλημα με τα δόγματα και την ορθοδοξία, όμως, είναι ότι δεν αντέχουν στη βάσανο της πραγματικότητας – οι ιεροφάντες πρέπει να συντηρούν τη μαγεία και την αποκλειστικότητα του δόγματος συνεχώς. Αλλιώς, θα εισχωρήσει η αμφισβήτηση και για το δόγμα και για την αυθεντία τους. Ετσι, ενώ η 17η Νοεμβρίου μπορεί να προσφέρεται ως κολυμπήθρα για νεοφώτιστους και ευθύνη των παλαιότερων πιστών, παρουσιάζει και τον κίνδυνο να γίνει είτε αντικείμενο εκμετάλλευσης από ετερόδοξους είτε να αμφισβητηθεί, εάν οι ιεράρχες της δείξουν ευελιξία μπροστά σε οποιαδήποτε άλλη δύναμη. Ετσι, η καταγγελία της απαγόρευσης της ετήσιας συγκέντρωσης είναι για το ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ και ανάγκη και ευκαιρία. Από δίπλα και όποιος άλλος φιλοδοξεί να φανεί. 

Μάθαμε να ζούμε με τέτοιες συμπεριφορές, αποδεχόμενοι τον έντονο θεατρινισμό –είτε κομμάτων είτε «αντιεξουσιαστών»– ως μέρος της δημόσιας ζωής. Ετσι, και οι υπερβολές περί «χούντας» συνήθως περνούν απαρατήρητες. Σήμερα, όμως, που ο εχθρός βρίσκεται ανάμεσά μας, που ο κατάλογος των νεκρών μεγαλώνει και ουδείς γνωρίζει εάν θα γλιτώσει, η εμμονή σε τελετές, σε φτηνές κορώνες και σε ψευτοδιλήμματα λειτουργεί ευθέως εναντίον της θωράκισης του λαού διά της αποχής και διά του καλού παραδείγματος. Χούντα δεν είναι αυτοί που επιχειρούν να προστατεύσουν το σύνολο της κοινωνίας, όπως επιτάσσει η δημοκρατία, αλλά οι λίγοι που ανακηρύσσουν εαυτούς σωτήρες και άσπιλους, που δεν λογαριάζουν το ανθρώπινο κόστος των πράξεών τους. Εάν η Ιστορία μας δεν ήταν γεμάτη από αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, θα λέγαμε ότι η σημερινή συζήτηση, η παθιασμένη διαμάχη στην πολιτική, στα μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα, είναι αδιανόητη. Το ότι είναι αναμενόμενη δεν απαλλάσσει κανέναν από τις συνέπειές της.