ΑΠΟΨΕΙΣ

Η αναγκαιότητα «βαθιάς» μεταρρύθμισης της αγοράς

Η αλήθεια είναι ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα «ευνοήθηκε» από τη συγκυρία της πανδημίας, καθώς «κερδίζει» χρόνο προκειμένου να εξυγιανθεί πλήρως.

Οι καταθέσεις έφθασαν (Οκτ. 2020) τα 166 δισ. ευρώ, δηλαδή 3,4 δισ. περισσότερα από τον Αύγουστο. Αυτές του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν κατά 2,5 δισ., ενώ ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής αυξήθηκε στο 11,6% από 10,3%. Οι καταθέσεις από επιχειρήσεις αυξήθηκαν (τον Οκτώβριο) 968 εκατ. ευρώ, οι καταθέσεις νοικοκυριών αυξήθηκαν 1,5 δισ. ευρώ, ενώ ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής βελτιώθηκε σε 6,3% από 5,4% τον προηγούμενο μήνα.

Εκτός όμως από τη ρευστότητα που προσφέρει η αύξηση καταθέσεων, οι τράπεζες αξιοποιούν και τα περίπου 40 δισ. ευρώ που έχουν αντλήσει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με αρνητικό επιτόκιο.

Υπάρχει όμως ένα άλλο πρόβλημα, σαν τη Σιβηρία, που όλοι γνωρίζουν πού βρίσκεται, αλλά κανείς δεν θέλει να πάει. Το πρόβλημα είναι πως μόνο 20.000 επιχειρήσεις έχουν την εικόνα – δυνατότητα να χρηματοδοτηθούν με τραπεζικά κριτήρια. Γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολη έως και αδύνατη η αύξηση της χρηματοδότησης επιχειρήσεων από τις τράπεζες.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στη σημερινή υγειονομική κρίση αυξήθηκε η τραπεζική χρηματοδότηση του δημόσιου τομέα, αλλά μειώθηκε του ιδιωτικού. Κάποιες ιδιωτικές εταιρείες ανέβαλαν επενδυτικά προγράμματα ή και δραστηριότητες οπότε δεν ήθελαν δάνειο, ενώ άλλες δεν μπορούσαν παρότι ήθελαν.

Η τραπεζική χρηματοδότηση του δημόσιου τομέα αυξήθηκε τον Οκτώβριο 57% σε σύγκριση με τον προηγούμενο χρόνο, του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκε μόλις 2,5%. Παράλληλα, οι τράπεζες έβαλαν σε καθεστώς αναστολής πληρωμής δόσεων δάνεια ύψους 20,6 δισ. ευρώ. Από αυτά τα 8,6 δισ. είναι στεγαστικά, 9,1 δισ. ευρώ δάνεια σε επιχειρήσεις, 1,7 δισ. ευρώ καταναλωτικά, 1,3 δισ. δάνεια σε ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις.

Οι τράπεζες έκαναν το καθήκον τους προστρέχοντας σε όσους πλήττονται περισσότερο από την κρίση. Ο τομέας με τη μεγαλύτερη αύξηση δανείων είναι αυτός που έχει υποστεί τη μεγαλύτερη καταστροφή. Τα δάνεια προς τουριστικές επιχειρήσεις αυξήθηκαν 13% από πέρυσι.

Ολα αυτά όμως περιγράφουν μία ακόμη ανομολόγητη αλήθεια. Το τραπεζικό σύστημα δεν έχει τη δυνατότητα να στηρίξει τη γρήγορη ανάπτυξη που χρειάζεται η χώρα.

Γι’ αυτό είναι κρίσιμης σημασίας να οριστικοποιηθεί και να υλοποιηθεί η σημαντικότερη μεταρρύθμιση που έχει επιχειρηθεί ποτέ: η αναμόρφωση της κεφαλαιαγοράς. Τα μέτρα που θα ενισχύσουν τόσο την προσφορά τίτλων στους επενδυτές όσο και θα διευκολύνουν την προσέλκυση κεφαλαίων σε μια νέα δυναμική αγορά που θα είναι απαλλαγμένη από στρεβλώσεις του παρελθόντος. Αυτή είναι και η ευκαιρία των τραπεζών για ουσιαστική εξυγίανση ώστε να αποκτήσουν αναπτυξιακή προοπτική.

Οι νέες ρυθμίσεις αναμένεται και πρέπει να διευκολύνουν με γρήγορες διαδικασίες την εισαγωγή μεγάλων εταιρειών που θα συγκεντρώνουν κεφάλαια χωρίς να δανείζονται. Πρέπει ακόμη να διευκολύνουν την εισαγωγή μικρών εταιρειών ώστε να έχουν πρόσβαση σε κεφάλαια μεμονωμένων επενδυτών ή συλλογικών επενδυτικών φορέων. Η νέα νομοθεσία να διευκολύνει κάθε σχεδιαζόμενη αποκρατικοποίηση καθώς δεν υπάρχει περισσότερο διαφανής διαδικασία πώλησης περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου.

Οι πραγματικές διαστάσεις της μεταρρύθμισης αυτής δεν έχουν ακόμη γίνει αντιληπτές, αλλά μπορούν να φέρουν απίστευτη μεταβολή στις παγιωμένες οικονομικές και κοινωνικές καταστάσεις. Δρομολογούν εκτεταμένο άνοιγμα για το κλειστό σύστημα που είχε μάθει να μεγαλουργεί με τα κεφάλαια των τραπεζών ή του κράτους χωρίς να λογοδοτεί. Μια μοναδική ευκαιρία για ένα απίστευτο άνοιγμα διαφάνειας, αξιοπιστίας και δημιουργικότητας.