ΑΠΟΨΕΙΣ

Οταν ο έρωτας φεύγει…

Στην αρχή δεν το προσέχεις. Τα σημάδια έρχονται απαρατήρητα, υπόγεια μέσα σου. Αρχίζεις να μη μιλάς γι’ αυτόν στον περίγυρό σου. Τι έκανε; Τι είπε; Σιωπή. Δεν σ’ απασχολεί καν να τον ακούσεις, δεν κοιτάς το ρολόι ρωτώντας, «πότε είναι το διάγγελμα;». Κάποια στιγμή παύεις να τον σκέφτεσαι. Πέρασαν μέρες χωρίς την κουβέντα του. Καθησυχάζεις τον εαυτό σου: όλο για πολιτική θα μιλάμε;

Μετά συνειδητοποιείς πως κάτι μικρές λεπτομέρειες πάνω του σε εκνευρίζουν. Γιατί κοιτάζει ψηλά όταν μιλάει; Το βλέμμα του κάτι έχει· αυτοπεποίθηση είναι ή μήπως υπεροψία; Σπας το κεφάλι σου, τι ακριβώς σε γοήτευε παλιότερα σε αυτόν;

Κάπως έτσι αρχίζουν να σε ενοχλούν πιο σοβαρά πράγματα. Μήπως νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του, την καριέρα του, την επανεκλογή του; Αναρωτιέσαι: «Τι είμαι άραγε γι’ αυτόν; Μόνο ένας ψηφοφόρος του»;

Τελικά φτάνεις στο κρίσιμο ερώτημα: πώς θα είναι η ζωή χωρίς αυτόν; Πρώτα δεν ήθελες καν να το διανοηθείς, τώρα το αντιμετωπίζεις πιο ψύχραιμα. Οχι ότι θες να συμβεί, αλλά δεν σε τρομάζει κιόλας η ιδέα. Θα ζήσουμε και χωρίς αυτόν, σκέφτεσαι· ούτε ο πρώτος είναι ούτε ο τελευταίος!

Συμβαίνει στις ανθρώπινες σχέσεις, συμβαίνει και στις σχέσεις των πολιτών με τα κόμματα που υποστηρίζουν και τους ηγέτες που εμπιστεύονται. Εμφανίζεται κάποια στιγμή στον ψηφοφόρο ένα παράξενο αίσθημα απομάγευσης, κάτι μεταξύ αδιαφορίας και κακοκεφιάς. Και τότε όλα μπερδεύονται.

Δεν σημαίνει απαραίτητα πως αυτός ο ψηφοφόρος θα τα βροντήξει και θα φύγει. Απλώς, κάτι έσπασε μέσα του. Αν χρειαστεί θα ψηφίσει, αλλά σιωπηλά, χωρίς ενθουσιασμό. Ο ηγέτης δεν το νιώθει πάντα να έρχεται, οι γύρω του συχνά διστάζουν να του μεταφέρουν τα «κακά μαντάτα». Συνέβη στον Σημίτη το 2000 μετά τις νικηφόρες εκλογές· στον Καραμανλή το καλοκαίρι του 2007, τότε με τις φωτιές, και ας κέρδισε αμέσως μετά τις εκλογές. Συνέβη στον Παπανδρέου το 2010, στο Καστελλόριζο, και ας σάρωσε στις δημοτικές αναμετρήσεις τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου, και στον Τσίπρα το 2015, μετά το δημοψήφισμα, και ας επανεπιβεβαίωσε τον Σεπτέμβριο την κυριαρχία του.

Το διαισθανόμαστε. Κάτι έχει χαλάσει τις τελευταίες εβδομάδες στον τρόπο που βλέπει η κοινή γνώμη την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό. Το λένε και οι δημοσκοπήσεις – αλλά δεν χρειάζονται δημοσκοπήσεις γι’ αυτό, αρκεί απλώς να μιλάς με κόσμο. Ο προβληματισμός και η δυσαρέσκεια σε ένα τμήμα τουλάχιστον των ψηφοφόρων της Ν.Δ. μοιάζει με υπόκωφο κύμα.

Εντάξει, δεν τις λες και λίγες τις «ατυχίες»: η ανεπαρκής αντιμετώπιση του δεύτερου κύματος της πανδημίας, τα απειλητικά σύννεφα στην οικονομία, τα μπρος-πίσω στην εκπαίδευση, τα θέματα με την Εκκλησία, η «λίστα Πέτσα». Η λίστα με τις «ατυχίες» παραμεγάλωσε.

«Ε και;» θα πείτε. Οπως πρόσφατα ένας φίλος μου: «Δεν ξέρω ούτε έναν που να ψήφισε Μητσοτάκη το 2019 και τώρα να θέλει να ψηφίσει Τσίπρα». Σωστά! Ούτε κι εγώ ξέρω και πιθανόν να μην υπάρχει. Προς το παρόν, όμως!

Στην πολιτική συμβαίνει ό,τι και στη ζωή. Το αίσθημα της απογοήτευσης και αποστασιοποίησης κατακλύζει τον ψηφοφόρο αργά, σαν παλίρροια που τα νερά της ανεβαίνουν αθόρυβα. Τέτοια αισθήματα δεν οδηγούν αυτόματα ούτε και απαραίτητα στη ρήξη. Πολλοί ψηφοφόροι παραμένουν πιστοί στο κόμμα τους ισοβίως ακόμη κι αν έχουν φτάσει σε έσχατο σημείο απογοήτευσης και κυνισμού. Στην πολιτική επιστήμη, το φαινόμενο αποκαλείται «κομματική ταύτιση». Συναντιέται, βεβαίως, λιγότερο συχνά στις μέρες μας, κυρίως ανάμεσα σε ηλικιωμένους πολίτες.

Ομως ένας απογοητευμένος, έστω και πιστός, ψηφοφόρος είναι κατ’ αρχήν ένας σιωπηλός ψηφοφόρος. Και όταν αυτός σιωπήσει, η φωνή κάποιου ψηφοφόρου άλλου κόμματος θα ακουστεί δυνατότερα. Κι ύστερα, απλώς χρειάζεται να λειτουργήσει ο χρόνος και τα έκτακτα περιστατικά.

Ο πρωθυπουργός κάτι δείχνει να έχει αντιληφθεί. Ο πρόσφατος ανασχηματισμός προϊδεάζει για εκλογές μέσα στο 2021. Λογικό, και μόνο η σκέψη πως ο απολογισμός της τετραετίας 2019-2023 θα έχει το ίδιο ΑΕΠ που άφησε ο Τσίπρας αλλά με 200% δημόσιο χρέος και μεγαλύτερη ανεργία, τρομάζει την κυβέρνηση. Οι πρόωρες εκλογές θα στοχεύσουν να μηδενιστεί το κοντέρ, να αρχίσουν όλα από την αρχή. Η αισιοδοξία για μακροημέρευση να ξανάρθει.

Οι πρόωρες εκλογές είναι σαν το ταξίδι που αποφασίζει το ζευγάρι που βρίσκεται σε κρίση: μια προσπάθειας ανανέωσης και επανεκκίνησης της σχέσης. Σε κάποια ζευγάρια πετυχαίνει, σε άλλα όχι.
 
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.