ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι τσέπες και οι αξίες της μεσαίας τάξης

Τον Πολάκη τον μιλάει η γλώσσα του. To ιδίωμά του, πηγαίο και αφιλτράριστο, τον καθοδήγησε για να διατυπώσει αυτό που είπε ότι έκανε στη μεσαία τάξη, ο ίδιος και το κόμμα του, όπως (του) έπρεπε. Αυτή η ωμότητα είναι πολύ κοινότοπη για να μπορεί να προκαλέσει αποτροπιασμό, αφού ο φορέας που την εξαπολύει έχει μείνει κρεμασμένος τόσο πολύ στα τσιγκέλια του φανατισμού, ώστε έχει χάσει πια την ικανότητα να σοκάρει.
 
Ο πολακικός απολογισμός δεν έχει ενδιαφέρον για το πρώτο σκέλος της δήθεν αυτοκριτικής («γ@@με τη μεσαία τάξη»), όσο έχει για το σκέλος της αυταρέσκειας («στηρίξαμε τη φτώχεια»).
 
Πώς αντιλαμβάνεται ο ΣΥΡΙΖΑ τη «φτώχεια»; Πώς τη στήριξε όταν κυβερνούσε και πώς υποτίθεται ότι εκπροσωπεί τα συμφέροντά της τώρα που αντιπολιτεύεται;
 
Η φιλόπτωχος κυβερνητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ συνδύαζε την υπερφορολόγηση και τη στράγγιση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων με τη διανομή ετήσιων επιδομάτων. Τα βάρη έπεφταν διά των έμμεσων φόρων οριζοντίως σε όλους, ανεξαρτήτως από το πώς τους ταξινομεί η ανωτάτη χασαπική της πολακικής κοινωνιολογίας.
 
Αυτή είναι η προφανής, λίγο ώς πολύ μετρήσιμη «στήριξη» που ο ΣΥΡΙΖΑ επιφύλασσε στη «φτώχεια». Υπάρχει, όμως, και εκείνη η όψη της κομματικής κουλτούρας η οποία δεν αφορά άμεσα τις βιοτικές ανάγκες των στρωμάτων που η Αριστερά φαντάζεται ότι υπερασπίζεται. Υπάρχει και η Παιδεία – ο κατ’ εξοχήν ανελκυστήρας της κοινωνικής κινητικότητας. 

Εκεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση αποδύθηκε σε έναν επιθετικό εξισωτισμό, που έκλεινε τις διόδους κοινωνικής ανέλιξης μέσω της αριστείας (ψεκάζοντας τη δημόσια εκπαίδευση για να φύγει η ρετσινιά των Προτύπων). Τώρα καταγγέλλει ως «ταξικό φραγμό» τη βάση για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια. Γιατί, άραγε, είναι «ταξικό» ένα όριο στη βαθμολογία; Διαθέτει η Κουμουνδούρου στοιχεία που δείχνουν ότι οι φτωχοί μαθητές είναι καταδικασμένοι να γράφουν χειρότερα από τους ευκατάστατους;

Είναι οι επιδόσεις συνάρτηση του εισοδήματος; Αλλά, ακόμη κι αν είναι έτσι, αποτελεί κοινωνική πολιτική η διατήρηση πανεπιστημιακών τμημάτων, όπου εισάγεται κανείς με βαθμό 0,5; Είναι ταξικά ευαίσθητο να συντηρούμε ΑΕΙ-φαντάσματα, που λειτουργούν μόνο ως μητρώα εγγραφών των μη προνομιούχων – μόνο ως αποθετήρια ψευδαισθήσεων αποκατάστασης;
 
Αυτός ο συντηρητισμός που ζητάει να μην αλλάξει τίποτε στα πανεπιστήμια βασίζεται σε έναν αντεστραμμένο κοινωνικό ρατσισμό – σε ένα απολιθωμένο στερεότυπο που ταυτίζει τη λαϊκότητα με τις ήσσονες προσδοκίες.
 
Η σκευή με την οποία η αξιωματική αντιπολίτευση ετοιμάζεται να δώσει τη «μάχη» για τα πανεπιστήμια φανερώνει την απόσταση που τη χωρίζει από τις αξίες της μεσαίας τάξης. Φανερώνει και την αιτία που η νεομητσοτακική Ν.Δ., όσο κι αν σημαδεύεται από τα διαχειριστικά κενά της πανδημίας, κυριαρχεί στο Κέντρο χωρίς ανταγωνισμό.
 
Στην κοινωνία οι «μάχες» που μένει να δοθούν στην εκπαίδευση είναι ήδη τετελεσμένες. Η κυβέρνηση τις διεκπεραιώνει νομοθετικά για να εμπεδώσει τα ερείσματά της. Και ο ΣΥΡΙΖΑ για να επιστρέψει στη θαλπωρή του περιθωρίου.

Το μίσος

Το πανό στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς που ρωτούσε τον Κώστα Μπακογιάννη «πού είναι» ο δολοφονημένος «μπαμπάς» του, προκειμένου να εκφράσει έτσι «αλ-
ληλεγγύη» στον αυτουργό της δολοφονίας δεν ήταν πρωτότυπο. Ηταν απλώς το τελευταίο επεισόδιο μιας μακράς ρουτίνας κανιβαλισμού, που υποβάλλει τα θύματα 
της τρομοκρατίας σε συμβολικές αναπαραγωγές του εγκλήματος. 

Η δολοφονία επαναλαμβάνεται τελετουργικά σαν να μην ήταν αρκετή η θανάτωση των τεθνεώτων – σαν να έπρεπε το έγκλημα διαρκώς να συμπληρώνεται από το μαρτύριο των ζώντων συγγενών τους. 

Οι μιμητές του τρόμου συνδυάζουν την παραφορά του μίσους με το βόλεμα του συνδικαλισμού· συνδυάζουν τον σαδισμό με τη δειλία, αφού δεν είναι καν ικανοί να σκοτώσουν, όπως τα ινδάλματά τους· αφού δεν διακινδυνεύουν τίποτε, ασφαλισμένοι πίσω από απολιθωμένα άσυλα, συνένοχα κόμματα και περιδεείς πανεπιστημιακές ηγεσίες.

Το πανό προσομοιάζει τη συνθήκη που, κυνηγημένος από τους ναζί, είχε περιγράψει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν: Στα πανεπιστήμια της ελληνικής δημοκρατίας ούτε οι νεκροί δεν είναι ασφαλείς.

Ματρονάρισμα

Αυτό το «η επιτροπή των ειδικών θα αποφασίσει, αλλά…» θυμίζει Ελληνίδα μάνα: «Εγώ δεν ανακατεύομαι, αλλά αυτή θα σε καταστρέψει».