ΑΠΟΨΕΙΣ

Από τον Μπίσμαρκ στη Μέρκελ

«Οι Τούρκοι και οι Γερμανοί αγαπιούνται εδώ και καιρό», δήλωσε χειροκροτούμενος ο πρόεδρος Ερντογάν όταν επισκέφθηκε επίσημα το Βερολίνο. Αναφερόταν σε μία ιστορική φράση του Μπίσμαρκ. Η οποία φαίνεται πως έως σήμερα καθορίζει την πολιτική του Βερολίνου έναντι της Αγκυρας. Καλό είναι να αναγνωρίσουμε αυτή την πραγματικότητα καθώς μπαίνουμε σε μια νέα γεωπολιτική περίοδο. Χωρίς συναισθηματισμούς και σπασμωδικές αντιδράσεις. Η Γερμανία θεωρεί πως η Τουρκία ανήκει στην παραδοσιακή σφαίρα επιρροής της και ότι τις δύο χώρες δένουν πολλά και μεγάλα συμφέροντα. Ο τρόπος με τον οποίο αποσταθεροποίησε εσωτερικά τη Γερμανία η μαζική ροή προσφύγων/μεταναστών από την Τουρκία έχει σφραγίσει την καγκελάριο και τους συνεργάτες της. Θεωρεί πως η Ελλάδα μπορεί να κατάφερε να εξουδετερώσει την εργαλειοποίηση του προσφυγικού στον Εβρο, αλλά δεν θα μπορέσει να το ξανακάνει, ειδικά στο Αιγαίο. Πιστεύει ότι η Λευκωσία προχώρησε σε «δραστικές» ενέργειες στις έρευνες για φυσικό αέριο, χωρίς να σκεφθεί την επόμενη μέρα και την αντίδραση του Ερντογάν.

Το Βερολίνο αντιμετωπίζει τα ελληνοτουρκικά μέσα από αυτό το πρίσμα. Εξοργίζεται με τους Γάλλους όταν τραβάνε το σχοινί με την Αγκυρα. Δεν καταλαβαίνει γιατί η Ελλάδα πρέπει να ξοδεύει τεράστια ποσά για την άμυνά της, ειδικά σε μη γερμανικούς εξοπλισμούς, καθώς τη θεωρεί μια μικρή χρεοκοπημένη χώρα. Θα ήθελε η Αθήνα να αποδεχθεί μια συνολική συμβιβαστική λύση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς να μπαίνει σε λεπτομέρειες για το ποιος έχει δίκιο. Η λογική είναι «τετράγωνη» και μασίφ. Δεν πρόκειται να αλλάξει, τουλάχιστον έως το τέλος της θητείας της κ. Μέρκελ, και σίγουρα όχι ενόψει εκλογών, με την τουρκική μειονότητα να παίζει τον ρόλο της.

Η Ελλάδα δεν αναζητεί, και δεν πρέπει να αναζητεί, εχθρούς της Τουρκίας. Αυτό που ψάχνει είναι εταίρους οι οποίοι αντιλαμβάνονται πόσο επικίνδυνος είναι ο αναθεωρητισμός της Αγκυρας, καθώς επιδιώκει αλλαγή κυριαρχίας σε ευρωπαϊκό έδαφος και την πλήρη ηγεμονία στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι Γερμανοί βιάστηκαν μία φορά στη Γιουγκοσλαβία, γιατί δεν είχαν τη γεωπολιτική ωριμότητα να κάνουν υπομονή και να εξετάσουν τις επιπτώσεις των κινήσεών τους.

Σε ό,τι αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η Γερμανίδα καγκελάριος, είναι η αλήθεια, έπαιξε θετικό ρόλο, γιατί ήταν η μόνη Δυτική ηγέτις που μπορούσε και ήθελε να σηκώσει το τηλέφωνο για να μιλήσει στον Ερντογάν. Σε ορισμένες κρίσιμες στιγμές, ίσως και να τον σταμάτησε από το να «τραβήξει τη σκανδάλη». Από εκεί και πέρα όμως, το Βερολίνο είναι σε εντελώς άλλη γραμμή από το Παρίσι. Και μάλλον και από τα στελέχη της νέας αμερικανικής κυβέρνησης, τα οποία άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι άλλον Ερντογάν άφησαν όταν έφυγαν το 2016 και άλλον ξαναβρήκαν τώρα.

Ενα βασικό πρόβλημα είναι πάντως το γεγονός πως η σημερινή ηγεσία της Ε.Ε. λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό με βάση τα γερμανικά συμφέροντα. Με ό,τι αυτό σημαίνει για την ελληνική εξωτερική πολιτική.