ΑΠΟΨΕΙΣ

Για τα ταξίδια που επιθυμήσαμε

Τι αναζητάμε ταξιδεύοντας; Γιατί από όλα όσα έχουμε στερηθεί με την απομόνωση της πανδημίας τα ταξίδια επιστρέφουν διαρκώς στις συζητήσεις, καταλαμβάνοντας μια από τις πρώτες θέσεις στις «απώλειες», προσωρινές ίσως, αλλά αδιευκρίνιστο για πόσο διάστημα; 

Από τη στιγμή που έγινε γνωστό ότι το 23ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (4-14 Μαρτίου) οργανώνει αφιέρωμα στο «Ταξίδι», το ενδιαφέρον μου εγκλωβίστηκε, σχεδόν εμμονικά, στις επιλεγμένες ταινίες. Περίπου 20 ντοκιμαντέρ θα προβληθούν online. Ξεχωρίζω δύο: «Για τον χρόνο και την πόλη» (2008) του Τέρενς Ντέιβις και «Το μεγάλο ταξίδι» (2000) του Γιόχαν φαν ντερ Κέεκεν. Το πρώτο είναι ένα δοκίμιο-εγκώμιο για την πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο σκηνοθέτης, το εργατικό Λίβερπουλ.

«Ενας στοχασμός πάνω στον χρόνο, την απώλεια, τη μεταμέλεια και την ευτυχία – πολλή ευτυχία», όπως λέει ο Ντέιβις. Το δεύτερο είναι ένα σπάνιο αφήγημα ζωής με αφορμή ένα επικείμενο τέλος. Οταν ο Ολλανδός δημιουργός πληροφορήθηκε τον Οκτώβριο του 1998 ότι του απομένουν λίγα χρόνια ζωής, αποφάσισε να ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο, μαζί με τη γυναίκα του, ως ηχολήπτρια, και να περάσουν τον καιρό που απέμενε κοιτάζοντας κι ακούγοντας. Από το Μπουτάν και τη σαμανίστρια θεραπεύτρια στο Κατμαντού, στον ραδιοθεραπευτή γιατρό της κλινικής στην Ουτρέχτη, στην Μπουρκίνα Φάσο, στη Σαχάρα, στο Αμστερνταμ… «Ζούσα σε πείσμα της αρρώστιας μου, κι αυτές οι πανέμορφες ιστορίες, που εκτυλίσσονταν από μόνες τους, μου έδιναν κουράγιο, ενώ κοίταζα κατάματα την ανυπαρξία», έχει πει ο ίδιος. Πέθανε ένα χρόνο μετά, το 2001, σε ηλικία 63 ετών. 

Το πορτρέτο μιας πόλης καθώς ο χρόνος περνάει, το πορτρέτο ενός ανθρώπου καθώς ο χρόνος λιγοστεύει. Δεν είναι ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας ούτε η, αναμφίβολη, σκηνοθετική μαεστρία που κάνει τα δύο αυτά ντοκιμαντέρ μοναδικά. Είναι, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, η ανεπιτήδευτα εξομολογητική αφήγηση. Μπορεί του Ντέιβις να είναι αμιγώς λογοτεχνική και του Κέεκεν κυρίως περιγραφική. Αναρωτιέμαι ακόμη, 20 χρόνια μετά την προβολή του «Μεγάλου ταξιδιού», πώς είναι δυνατόν να έχει καταγραφεί στη μνήμη του με τόση ευκρίνεια το πρώτο πλάνο: ένα φλιτζάνι τσαγιού, τοποθετημένο μέσα σε ένα άλλο φλιτζάνι, τραντάζεται ανεπαίσθητα επί ώρα. Ο φακός το αποτυπώνει από διαφορετικές γωνίες. Από τον Ντέιβις ανακαλώ μια ατμόσφαιρα ομιχλώδη, μελαγχολική, σαν να αποκτά η μνήμη εικόνα με μουσική υπόκρουση Μάλερ. Ο μικρόκοσμος ενός μεταβαλλόμενου κόσμου. Και ο Κέεκεν, όμως, αναζητούσε το νόημα στα μικρά και εκ πρώτης όψεως ασήμαντα, στη «μικρομαγεία» της καθημερινότητας, όπως την ονόμαζε. Και στη σιωπή: «Για μένα οι σιωπές είναι πολύ σημαντικές. Υπάρχουν σε όλες τις ταινίες μου. Ο,τι συμβαίνει πίσω από μια στιγμή σιωπής είναι ότι ο θεατής είναι και πάλι παρών».

Ο,τι ακριβώς (μας) λείπει, γιατί κατοικεί κυρίως στα ταξίδια. Οχι η σιωπή του εγκλεισμού και της απομόνωσης. Αυτή εκπέμπει σε άλλη συχνότητα. Λείπει η πυκνή σιωπή της περιπλάνησης, που παραμένει ανέπαφη ως ανάμνηση ενός αισθήματος το οποίο συνδέεται με έναν τόπο. Η εσωτερική σιωπή, της κόπωσης, της παρατήρησης, της περισυλλογής, του αφήματος, της χαλαρής ενδοσκόπησης, της συνειρμικής περιήγησης. Λείπει η σύνθεση του ταξιδιού. Ο χρόνος που δεν μετράει αντίστροφα, ακόμη κι αν, όπως στην περίπτωση του Κέεκεν, είναι περιορισμένος. Το βλέμμα διαστέλλεται, ακόμη και για τους κυνηγούς αξιοθέατων, που κυκλοφορούν με έναν ταξιδιωτικό οδηγό στο χέρι. Το γράφει με τον τρόπο της η Ολγκα Τοκάρτσουκ στους «Πλάνητες»: «…Καταπιάστηκα κι εγώ με την περιγραφή διάφορων τόπων. Οταν αργότερα επέστρεφα πίσω, όταν προσπαθούσα να πάρω μια βαθιά ανάσα και να ενθουσιαστώ ακόμα μια φορά με την έντονη παρουσία τους, όταν επιχειρούσα να τεντώσω ξανά το αυτί μου στον ψίθυρό τους, πάθαινα κλονισμό. Η αλήθεια είναι τρομακτική: το να περιγράφεις κάτι σημαίνει να το εξουδετερώνεις. Γι’ αυτό τον λόγο πρέπει να προσέχεις πολύ. (…) Θα πρέπει (…) να δίνεις προσεκτικά τις κατευθύνσεις για να μην παρασύρεις κανέναν σε προσκύνημα». 

Ο Κέεκεν, ο Ντέιβις και πολλοί ακόμη σκηνοθέτες ντοκιμαντέρ αυτό ακριβώς κατόρθωσαν να κάνουν: να κινηματογραφούν χωρίς να εξουδετερώνουν. Να μπορείς να επιστρέφεις στις εικόνες για να γευτείς όχι τη δέσμευση του προσκυνητή αλλά την ελευθερία του ταξιδιώτη.