ΑΠΟΨΕΙΣ

Σκοτεινό ρεύμα του παρελθόντος

Η συζήτηση στη Βουλή για την ποιότητα της Δημοκρατίας και του επιπέδου της πολιτικής αντιπαράθεσης, αντί να επικεντρωθεί στην ανάγκη συνεννόησης, ενέπνευσε τους αρχηγούς των κομμάτων να επιδοθούν πάλι στην αέναη προσπάθεια εξόντωσης του αντιπάλου. Εάν κυβέρνηση και αντιπολίτευση δεν επιδιώξουν με αποφασιστικότητα βελτίωση των όρων της συζήτησης, δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος· η Δημοκρατία θα υπονομεύεται συνεχώς από την οργή, το μίσος, την καχυποψία και την αδιαφορία. Η Δημοκρατία δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι θεμέλιο της ευημερίας και εργαλείο με το οποίο μπορούμε να λύνουμε τις διαφορές μας και να αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις κάθε εποχής. Επειδή οι περισσότεροι πολιτικοί (και δη οι αρχηγοί κομμάτων) οφείλουν να το κατανοούν αυτό, είναι αξιοσημείωτη η αδιαφορία που πολλοί δείχνουν, χωρίς να λογαριάζουν το κακό που κάνουν στην κοινωνία και στις προοπτικές της χώρας. Από πού άραγε πηγάζει αυτός ο συνδυασμός αυταρέσκειας και φθόνου, η αίσθηση ότι εμείς κατέχουμε την αλήθεια και εκπροσωπούμε το καλό και το δίκαιο, ενώ οι αντίπαλοί μας είναι φαύλοι αλλά πάντα ευνοημένοι εις βάρος μας;

Ιστορικοί και πολιτικοί επιστήμονες επισημαίνουν τις ετερόκλητες ομάδες και τις διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές αυτών που πολέμησαν για την ελευθερία, που έγιναν οι πρώτοι πολίτες του νέου εθνικού κράτους (κάτι πρωτοφανές και αξιοθαύμαστο για την εποχή και την περιοχή). Εκεί ήταν εμφανής η διαφορά μεταξύ αυτών που εμπνεύστηκαν από τις αρχές του Διαφωτισμού και αυτών που αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της παράδοσης. Ομως, εάν έλειπε η μία ή η άλλη πλευρά, η ελευθερία θα αργούσε πολύ να έρθει. Χωρίς τις πολιτικές και διπλωματικές δεξιότητες των διανοουμένων, χωρίς τα χρήματα και την τόλμη των εμπόρων, χωρίς τον ξεσηκωμένο λαό και τον κλήρο να ρίχνονται στη μάχη, γνωρίζοντας το υψηλό κόστος της αποτυχία, δεν θα γιορτάζαμε σήμερα τα 200 χρόνια από την αρχή του αγώνα. Οσο χρήσιμο είναι να διαπιστώνουμε τις διαφορές και τους εμφύλιους σπαραγμούς, τόσο αναγκαίο είναι για τους απογόνους εκείνων των ανθρώπων να κατανοήσουν ότι (είτε βοηθούσαν οι ξένες δυνάμεις είτε όχι) χωρίς την κοινή προσπάθεια η Επανάσταση θα είχε πνιγεί στο αίμα. Παρότι και στις πιο δύσκολες ημέρες οι Ελληνες αδυνατούσαν να αποφύγουν εμφύλιες διενέξεις, κατάφεραν το ακατόρθωτο.

Οι διαφορές και οι διαμάχες που ακολούθησαν είναι και αυτές γνωστές: αυτόχθονες και ετερόχθονες, φράκο και φουστανέλα, «δικαιωμένοι» και «αδικαίωτοι» και πολλές άλλες «δυάδες» που έριζαν για τα λίγα προνόμια ενός καταχρεωμένου κράτους. Κοινή σε όλους η αίσθηση πως οι δικές τους θυσίες δεν εκτιμήθηκαν επαρκώς, ότι άλλοι καρπώνονταν τα καλά της ανεξαρτησίας εις βάρος τους. Η έλευση Βαυαρού βασιλιά, και το γεγονός ότι δεν ασπάστηκε την Ορθοδοξία, ενέτεινε την αίσθηση «αδικίας», έδωσε την ευκαιρία σε κάποιους να καλλιεργήσουν κλίμα εναντίον της «ξενοκρατίας» και την αίσθηση ότι οι σωστοί, πιστοί Ελληνες, η θρησκεία και οι παραδόσεις τους βρίσκονταν υπό διωγμό. Κήρυκες όπως ο Κοσμάς Φλαμιάτος και ο Χριστόφορος Παπουλάκος ξεσήκωναν κόσμο με διαγγέλματα υπέρ της Ορθοδοξίας, εναντίον του Διαφωτισμού, προσθέτοντας ισχυρό κύμα λαϊκής δυσαρέσκειας και απόρριψης της κοσμικής, «ξένης» εξουσίας.

Οι ηγετικές μορφές αυτές πατούσαν πάνω σε μια μυστικιστική παράδοση, που ενθάρρυνε την αυτοπεποίθηση του ατόμου (αφού ο καθένας μπορούσε να επικοινωνεί με τα θεία, χωρίς τη μεσολάβηση άλλων) και την απόρριψη ενός κράτους που δεν ήταν της αρεσκείας του. Το ισχυρό ρεύμα που εκθειάζει το «ελληνικό» εναντίον του «ξένου», εναντίον του «δυτικού» και του «αρίστου», εκφράζεται ενίοτε με ξενοφοβία (η οποία συμπεριλαμβάνει εμμονή με τις σπουδές, τις επαφές και τις συζύγους πρωθυπουργών)· με την ανάδειξη «αντικαθεστωτικών» ατόμων σε λαϊκούς ήρωες· με την ιερή οργή που επιστρατεύουμε σε κάθε ευκαιρία, με την οποία δικαιολογούμε εαυτούς και καταδικάζουμε τους αντιπάλους. Αυτές τις ημέρες μπορούμε να δούμε ποιοι αγωνιούν για μια πιο δίκαιη, σύγχρονη κοινωνία και ποιοι παραδίδονται στα σκοτεινότερα, ανθεκτικότερα κομμάτια του παρελθόντος. Αυτός ο πολιτισμικός δυϊσμός διαχέεται σε όλο το πολιτικό φάσμα. Καθορίζεται από ανθρώπους και συμπεριφορές, όχι από ταμπέλες και κόμματα.