ΑΠΟΨΕΙΣ

Φαντάσματα και πραγματικότητα

Δεν διανύουμε ασφαλώς την κρισιμότερη φάση της εθνικής μας Ιστορίας. Η πίεση που υφίστανται το πολιτικό σύστημα της χώρας και η ελληνική κοινωνία –πέραν του κορωνοϊού– αφορά θέματα προσαρμογής της Ελλάδος στη νέα παγκόσμια οικονομική τάξη, αλλά και στην ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων, που έχει συντελεσθεί σε περιφερειακό επίπεδο. Εύκολο να το διαπιστώνει κανείς, αλλά εξαιρετικά επίπονο και δυσχερές να το αποδεχθεί και πολύ περισσότερο να το εφαρμόσει, εάν ανήκει στην τάξη των εξ επαγγέλματος πολιτικών.

Ετσι προκύπτει στην παρούσα συγκυρία ο νέος διχασμός, που αντλεί την ιδεολογική του έμπνευση από την παλαιά και οικτρή αντιπαράθεση Αριστεράς και Δεξιάς, δίχως ωστόσο να υπάρχουν οι συνθήκες που αιματοκύλισαν τη χώρα την εποχή του ανταρτοπολέμου.

Φαντάσματα του παρελθόντος τροφοδοτούν τη σύγκρουση στις μέρες μας, διότι ουδέποτε στο παρελθόν η ευρωπαϊκή πολιτική τάξη πραγμάτων υπήρξε τόσο ισχυρή και ενιαία και ουδέποτε η Ελλάς ήταν τόσο αμετάκλητα ενταγμένη σε αυτήν – πράγμα που απεδείχθη ακόμη και επί των κυβερνήσεων του κ. Αλέξη Τσίπρα.

Στη διάρκεια του περασμένου αιώνα συνέβησαν κοσμογονικές αλλαγές σε επίπεδο πολιτικό. Ο εθνικισμός –παράγωγο της αστικής τάξεως που αναδείχθηκε με την εμφάνιση του εθνικού κράτους, μετά τη Γαλλική Επανάσταση– στην τελική, πλέον ακραία «σοσιαλιστική» του εκδοχή, συνετρίβη με την ήττα των δυνάμεων του άξονος, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, τα κομμουνιστικά καθεστώτα κατέρρευσαν στην Ευρώπη, και τελικώς ο φιλελευθερισμός θριάμβευσε. Oλο το θέμα είναι πώς θα αποκτήσει μία κοινωνικότερη φυσιογνωμία, διότι αλλιώς θα υιοθετεί διαρκώς απολυταρχικότερη μορφή. Αυτό είναι το νέο πεδίο αντιπαραθέσεως μιας νέας Αριστεράς και Φιλελευθέρων στο πλαίσιο του εξ ορισμού διχαστικού αντιπροσωπευτικού συστήματος.

Αλλά επειδή η όλη διαδικασία προϋποθέτει χρόνο ωριμάνσεως, φαντάσματα του παρελθόντος θα τροφοδοτούν την αντιπαράθεση, όχι απλώς στην Ελλάδα αλλά σε πολλές χώρες της Ευρώπης όπου η σύγκρουση εκτυλίσσεται στη βάση της παραδοσιακής σκληρής Δεξιάς με το απεθνικοποιητικό σύστημα της Ε.Ε.

Το πρόσθετο πρόβλημα στην περίπτωση της χώρας μας είναι η περιφερειακή ρευστότητα, που μεταξύ άλλων προκύπτει κυρίως από την πολιτική της Αγκυρας να επεκτείνει την επιρροή της στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο διά της προβολής στρατιωτικής ισχύος.

Επιλογή της κυβερνήσεως του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη και της αντιπολιτεύσεως είναι να μην παρασυρθεί η Ελλάς σε σύγκρουση με την Τουρκία, και έχει στηρίξει την αντιμετώπιση των προκλήσεων στην εμπλοκή των εταίρων μας – της Ε.Ε. και των ΗΠΑ. Είναι σαφές ότι σε κάποια φάση θα υπάρξει παρέμβαση. Ομως αυτή θα είναι εξισορροπητική και «περιεκτικότερη» από ό,τι επιθυμεί η ελληνική πλευρά. Για τον απλούστατο λόγο ότι διαφέρουν η αντίληψη και τα συμφέροντα μιας συμμαχίας από αυτά ενός κράτους-μέλους. Οι προσαρμογές στα στρατηγικά περιφερειακά δεδομένα θα είναι οδυνηρές, διότι στον τομέα αυτόν, κυριαρχεί η άτεγκτη «λογική» των ευρυτέρων συμφερόντων.