ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι Μεγάλες Δυνάμεις

Πολεμικά αεροσκάφη των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Βρετανίας στον ουρανό της Αθήνας, πολεμικά πλοία της Αμερικής, της Γαλλίας και της Ρωσίας σε ελληνικά λιμάνια, έδωσαν ξεχωριστή σημασία στη στρατιωτική παρέλαση της 200ής επετείου της αρχής του Αγώνα της Ελευθερίας. Δήλωναν την παρουσία των τριών Μεγάλων Δυνάμεων που εξασφάλισαν τη νίκη των Ελλήνων τότε και –στην περίπτωση των ΗΠΑ– αυτής που αποτελεί βασικό σύμμαχο ακόμη σήμερα. Την ίδια ημέρα, η συμμετοχή του πρωθυπουργού στο Συμβούλιο των ηγετών των 27 χωρών-μελών της Ε.Ε. ανέδειξε μιαν άλλη πτυχή της σχέσης των Ελλήνων με τις μεγάλες δυνάμεις: εδώ και 40 χρόνια, η Ελλάδα των 11 εκατ. ανθρώπων είναι κομμάτι μιας τεράστιας οικονομικής και πολιτικής δύναμης. Η σχέση με την Ε.Ε. είναι εθνική επιλογή, δεσμός μεταξύ ελεύθερων κρατών. Προσδίδει στήριξη, ασφάλεια και προοπτικές στο έθνος, χωρίς το τίμημα του εξαρτημένου σε μιαν άνιση συμφωνία, όπως αυτές με τις «παλιές» Μεγάλες Δυνάμεις.

Τα 200 χρόνια εξάρτησης από μεγάλες δυνάμεις για ασφάλεια, για βοήθεια την ώρα του αδιεξόδου, έχουν αφήσει βαθιά σημάδια στην εθνική συνείδηση, στη δημόσια συζήτηση. Από τη μία, είμαστε υπερήφανοι για τους ισχυρούς φίλους μας (παρά τις διαφωνίες αυτών που υποστηρίζουν την «ανεξαρτησία» ή κάποια άλλη δύναμη), από την άλλη, η εξάρτηση μας προκαλεί δυσφορία. Παραπονιόμαστε όταν κάποια μεγάλη δύναμη δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στις ανάγκες μας ή όταν οι απαιτήσεις της είναι δυσανάλογα μεγάλες. Οι σχέσεις με τις μεγάλες δυνάμεις περιπλέκουν και τις μεταξύ μας σχέσεις. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων καθόρισε, σε μεγάλο βαθμό, την πορεία του απελευθερωτικού αγώνα. Μετά, και όταν οι ίδιες οι Δυνάμεις δεν παρενέβαιναν στις εσωτερικές υποθέσεις των Ελλήνων, οι Ελληνες πολιτικοί υποδύονταν τους εκπροσώπους τους για να ενισχύσουν την επιρροή τους εναντίον των αντιπάλων. Ετσι, το Γαλλικό, Αγγλικό και Ρωσικό κόμμα υπήρχαν και όταν οι Δυνάμεις αυτές απουσίαζαν από την ελληνική πολιτική σκηνή. Μέρος της κληρονομιάς αυτής είναι η πεποίθηση ότι βρισκόμαστε στο κέντρο του κόσμου, ότι όλοι οι λαοί ασχολούνται με εμάς. Είμαστε υπερβολικά ευαίσθητοι για το πώς μας συμπεριφέρονται οι άλλοι. Βασικό πλαίσιο αντιπολιτευτικής συμπεριφοράς είναι να κατηγορούνται οι κυβερνήσεις είτε επειδή «ξεπουλήθηκαν» στους ξένους είτε επειδή οι ξένοι τις αγνόησαν. Οι αντιδράσεις στην Αθήνα μετά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 25ης Μαρτίου και τη συζήτηση για την Τουρκία είναι το πιο πρόσφατο παράδειγμα. Στην οικονομία, ο διεθνής οικονομικός έλεγχος που θεσπίστηκε μετά την ήττα στον πόλεμο του 1897 μπορεί να ενίσχυσε την οικονομία σε βαθμό που η Ελλάδα μπόρεσε να βγει νικήτρια στους Βαλκανικούς Πολέμους, παραμένει, όμως, μια πικρή ανάμνηση εξάρτησης και ταπείνωσης, ανάμνηση που ζωντάνεψε ζωηρά με την έλευση της τρόικας το 2010 και τον κατακερματισμό της πολιτικής σκηνής.

Μέσα σε δύο αιώνες, οι παλιές Μεγάλες Δυνάμεις μεταλλάχθηκαν, νέες αναδύθηκαν, συμμαχίες διαλύθηκαν και άλλες σχηματίστηκαν, ο κόσμος και η πατρίδα μας σείστηκαν από πολέμους, πανδημίες, χρεοκοπίες, επιστημονικές και τεχνολογικές επαναστάσεις. Παρά τα λάθη, τις οπισθοδρομήσεις και τις χαμένες ευκαιρίες, η Ελλάδα μεγάλωσε, ο λαός της μπόρεσε να ζήσει δεκαετίες ευημερίας που οι παλιότεροι αδυνατούσαν να φανταστούν. Αυτό που δεν άλλαξε είναι ότι, παρά τις σωστές κινήσεις και αποφάσεις που οδήγησαν στη σταθερότητα και στην ευημερία (κυρίως με την ένταξη στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε.), επιμένουμε να βλέπουμε εαυτούς είτε ως εξαρτημένους και ριγμένους είτε ως υπερήφανους και μόνους. Θεωρούμε ότι και στις δύο περιπτώσεις «πληρώνουμε» για τις πολιτικές άλλων. Αντί να βλέπουμε τις μεγάλες δυνάμεις ως ουσιαστικό στοιχείο της διεθνούς πολιτικής, και τις διμερείς σχέσεις με αυτές ως θέμα επιλογής και διαχείρισης για το μέγιστο εθνικό όφελος, αναζητούμε καταφύγιο στην αντίληψη ότι δεν ευθυνόμαστε εμείς για την πορεία μας αλλά οι «ξένοι» και οι ντόπιοι «εκπρόσωποί» τους. Καταφέραμε να δούμε έτσι και την ένταξή μας στην Ε.Ε., αντί να καταλάβουμε ότι η εξάρτηση μεταλλάχθηκε σε συμμετοχή και η ανάγκη σε αλληλεγγύη. Ας δούμε τον κόσμο και εαυτούς αλλιώς.