ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι απειθείς του ΑΠΘ

oi-apeitheis-toy-apth-561327136

Είναι πολύ ευκολότερο να δρας, υπό συνθήκες τυραννίας, απ’ όσο είναι να στοχάζεσαι.
ΧΑΝΑ ΑΡΕΝΤ 
Η ανθρώπινη κατάσταση (1958)
 
Μολονότι τον διατυπώνουν καθηγητές πανεπιστημίου, ο συλλογισμός είναι εμφανώς παιδαριώδης. Επειδή, λέει, τελευταία φορά που μπήκε αστυνομία στο πανεπιστήμιο ήταν επί χούντας, τώρα που ξαναμπαίνει έχουμε πάλι χούντα! Σε αυτή τη βάση, κάθε τερατολογία ευσταθεί. Μόλις ιδρυθεί, η πανεπιστημιακή αστυνομία θα περιπολεί σε διαδρόμους και αμφιθέατρα, θα ξηλώνει πολιτικά πανό, θα λογοκρίνει μαρξιστικές αναφορές στα μαθήματα, θα διακόπτει όποιον καθηγητή κάνει αθεϊστικό χιούμορ και θα δέρνει όσους γέλασαν.

Αν αυτό ετοιμάζει ο νέος περί πανεπιστημίων νόμος 4777, κάθε δημοκρατικός πολίτης οφείλει να αντιδράσει. Να βροντοφωνάξει «έξω οι μπάτσοι από τις σχολές» και να υποστηρίξει οποιαδήποτε κατάληψη, ως εφάμιλλη εκείνων της Νομικής και του Πολυτεχνείου το 1973.

Αν, όμως, επιδίωξη του νόμου είναι ακαδημαϊκά έτη χωρίς οργανωμένα από τον υπόκοσμο πάρτι, εξωφρενικούς βανδαλισμούς ή μαθήματα με περιστασιακές εμφανίσεις μικροπωλητών στις αίθουσες, όπως επί δεκαετίες γινόταν, τότε αξίζει να γευθεί το ΑΠΘ μια τέτοια εμπειρία.

Το δίλημμα είναι τόσο απλό. Και είναι φυσικό τα παρεπιδημούντα στο ΑΠΘ μέλη του υποκόσμου ν’ αντιδρούν με νύχια και δόντια στο δεύτερο ενδεχόμενο. Στο πλευρό τους, όμως, συντάσσονται και «δυναμικές μειοψηφίες» φοιτητών. Είτε γιατί μετέχουν στα κέρδη από διοργανώσεις πάρτι είτε γιατί εντάσσουν τον υπόκοσμο στα θύματα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας και θεωρούν υποχρέωσή τους την προστασία του.

Αλλά οι απειθείς του ΑΠΘ, έτοιμοι να δουν ως τυραννία την παρεμπόδιση της ασυδοσίας και «να δράσουν αντί να στοχαστούν», δεν εξαντλούνται εκεί. Το μείγμα υποκόσμου και φοιτητών, οι οποίοι συμπληρώνουν την επιστημονική τους κατάρτιση με πρακτικές ασκήσεις στην αγυρτεία, βρίσκει υποστήριξη κι από ομάδες καθηγητών. Κάτι τελείως απροσδόκητο.

Διότι να γοητεύεσαι, ως εικοσάχρονος, με ό,τι περιθωριακό συναθροίζεται στο πανεπιστήμιο, είναι συγγνωστό. Πάντα ελκύει τους νέους η δόξα της απείθειας, ιδίως αν δεν επικρέμαται τιμωρία. Μουτζουρώνεις φρικτά τους τοίχους της σχολής σου, π.χ., και κανείς δεν σου κάνει παρατήρηση, καθώς διάφοροι απειλητικοί τύποι, πλάι σου, πουλούν κουλούρια ή καφέδες και παίζουν τάβλι. Τους προστατεύεις, ως γεμάτος ενσυναίσθηση νεαρός αριστερός, σε προστατεύουν κι εκείνοι. Με την ίδια «προστασία» μπορείς επίσης να εξασφαλίζεις μειώσεις διδακτικών εβδομάδων ανά εξάμηνο, παρατάσεις εξεταστικών περιόδων ή ό,τι άλλο σε ευνοεί.

Να είσαι καθηγητής, όμως, και να συμμερίζεσαι καταλήψεις και συμπράξεις «δυναμικών μειοψηφιών» φοιτητών με τον υπόκοσμο, μοιάζει αδιανόητο. Σαν να παροτρύνει σε φοροδιαφυγή ο εφοριακός ή σαν να υμνεί τον ναζισμό ένας Εβραίος. Αφού σε εξευτελίζει, ως δάσκαλο, να υπαγορεύουν οι «ομάδες περιφρούρησης» πότε θα γίνονται μαθήματα ή να εμποδίζουν νταηλίδικα την πρόσβαση στο γραφείο σου, υποχρεώνοντάς σε να ζητάς την άδειά τους για να πάρεις κάτι από εκεί. Αρκετοί καθηγητές, ωστόσο, επικρότησαν τον Φεβρουάριο την κατάληψη της πρυτανείας (με αιτήματα που περιλάμβαναν έως και δικαίωση του «απεργού πείνας Κουφοντίνα»). Επειτα κατήγγειλαν την εκδίωξη των καταληψιών στις 22/2, βγήκαν μαζί τους να διαδηλώσουν ενάντια στην «αστυνομοκρατία» και τώρα στηρίζουν την κατάληψη της Σχολής Θετικών Επιστημών, από αρχές Μαρτίου, και την παύση κάθε ερευνητικής της δραστηριότητας.

Τόσος επαναστατικός ζήλος, από ώριμα ή υπερώριμα άτομα, εξηγείται μόνο σαν παρηγοριά για την απουσία τους από τις τωόντι ηρωικές καταλήψεις του 1973 ή σαν αντιστάθμισμα ακαδημαϊκής ανεπάρκειας. (Διδάσκουν ανυπακοή, μη έχοντας πολλά άλλα να διδάξουν). Υπάρχουν βέβαια και «νηφάλιες φωνές», οι οποίες δηλώνουν στον ηλεκτρονικό «Διάλογο» διδασκόντων του ΑΠΘ: «Πάντα θα βλέπω τους φοιτητές ως “παιδιά” μου, ακόμα και όταν με βρίζουν, όπως ίσως κάποια στιγμή κάνουν και τα βιολογικά παιδιά μου»! Ωστόσο, τα δείγματα τέτοιας χριστιανικής συγχωρητικότητας και μαζοχισμού σπανίζουν. Συνηθέστερες είναι οι «φωνές» που δικαιώνουν τις καταλήψεις με ευφυολογήματα του είδους: «rerum cognoscere causas» ή «εἰδέναι … τὴν πρώτην αἰτίαν» και «It’s the law 4777, stupid» (κατά το πολιτικό κλισέ «It’s the economy, stupid»), εννοώντας ότι ο νέος νόμος υποδαυλίζει τις αναταραχές. Αυτός είναι η αιτία του κακού. Μόλις αποσυρθεί, όλα επιστρέφουν στην πρότερη αρμονία τους.

Ευτυχώς, τέτοιοι καθηγητές συνιστούν μειοψηφία στο ΑΠΘ. Δυστυχώς, είναι κι αυτοί μια «δυναμική μειοψηφία». Το ότι τα πανεπιστημιακά προβλήματα πρέπει να λύνονται με διάλογο, όχι με σωματική βία, είναι αναμφίβολο. Μα το να ελέγχουν οι ομάδες περιφρούρησης ποιος μπαίνει ή δεν μπαίνει στα πανεπιστημιακά κτίρια, εν είδει «Τσε-Κα» κατά τον επαναστατικό πυρετό του 1920, μάλλον δεν συνάδει με τον διάλογο. Κι οι καθηγητές που εύχονται ειρηνικές λύσεις, με σύμπνοιες του συνόλου των φοιτητών, θυμίζουν εκείνον τον υπουργό Παιδείας που είχε αναγάγει σε πανάκεια το «ρωμαλέο φοιτητικό κίνημα».

Συναίνεση σε καταλήψεις ή πάρτι εν μέσω πανδημίας (με τη φαεινή πρόταση τέως πρυτάνεως «να διανέμονται απολυμαντικά και μάσκες» στους συμμετέχοντες), ώσπου ν’ αποσυρθεί ο νόμος 4777, σημαίνει συναίνεση στο να ενδώσει η πλειοψηφία στη μειοψηφία. Οποιοι εγκρίνουν αιτήματα των καταληψιών, «επειδή πηγάζουν από την αδιέξοδη και επιθετική πολιτική της πολιτείας προς τα ΑΕΙ», δεν έχουν παρά να ψηφίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ και, μετά τις επόμενες εκλογές, να φύγει κάθε φύλαξη από το ΑΠΘ. Να παραδοθούν οι χώροι του στα «παιδιά» και στους λούμπεν φίλους τους και, με την ευκαιρία, να αποφυλακιστεί αμέσως ο Κουφοντίνας.
 
* Ο κ. Πέτρος Μαρτινίδης είναι ομότιμος καθηγητής του τμήματος Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ.