ΑΠΟΨΕΙΣ

Οταν νουθετεί η διατύπωση

Ρήσεις από τα βάθη των αιώνων, που γλίστρησαν έξω από τις γραφές και ζουν μεταξύ μας αγέραστες, ως λόγος μιας ανθρωπότητας εν τω γίγνεσθαι και όχι ενός παρελθόντα κόσμου, είναι φράσεις από τα Ευαγγέλια και τα τροπάρια που ψάλλονται τη Μεγαλοβδομάδα – για να ξεκινήσουμε από αυτές λόγω Πάσχα. Αυτούσιες ή παραφθαρμένες, με ίδια ή διαφορετική σημασία, προσθέτουν στον καθημερινό λόγο μια στάλα ευρυμάθειας: «μετά Βαΐων και κλάδων», «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», «οι διυλίζοντες τον κώνωπα, την δε κάμηλον καταπίνοντες», «το πνεύμα πρόθυμον η δε σαρξ ασθενής», «έκαστος εις τα ίδια», «πριν αλέκτορα φωνήσαι», «μετά φανών και λαμπάδων», «μάχαιραν έδωσες, μάχαιραν θα λάβεις», «διά τον φόβον των Ιουδαίων», «παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο», «από τον Αννα στον Καϊάφα», «συ είπας», «διαρρηγνύω τα ιμάτιά μου», «άρον άρον», «ας όψονται», «νίπτω τας χείρας μου», «επί ξύλου κρεμάμενος», «μνήσθητί μου, Κύριε!», «ήγγικεν η ώρα», «ο γέγραφα, γέγραφα», «ανάστα ο Κύριος», «επί τον τύπον των ήλων», «μη μου άπτου», «ειρήνη ημίν»…

Κάθε εποχή υπόκειται στη φθορά. Ομως ορισμένα σχήματα λόγου, μηνύματα που δραπετεύουν από τις αράδες, δεν φθάρηκαν από την πολυχρησία και τη διαδοχή των ετών. Οι άνθρωποι, από καταβολής πολιτισμού, γνώριζαν το ουσιώδες κοινωνικό παν. Που στερεοποιήθηκε σε τυποποιημένες αλήθειες. Εκφράσεις π.χ. από την αρχαιοελληνική γραμματεία εισδύουν ακόμη στα λόγια της ημέρας: «αβρόχοις ποσί», «αμ’ έπος αμ’ έργον», «ειρήσθω εν παρόδω», «μετά λόγου γνώσεως», «αιδώς, Αργείοι!», «μηδέν άγαν», «δρυός πεσούσης πας ανήρ ξηλεύεται», «ήξεις αφήξεις», «επί ξυρού ακμής», «μικρόν κακόν, μέγα αγαθόν», «μηδένα προ του τέλους μακάριζε», «άχθος αρούρης», «λάθε βιώσας», «εξ απαλών ονύχων», «ο μη χείρων, βέλτιστος», «νεκρός ου δάκνει», «τα εν οίκω μη εν δήμω», «ή ταν ή επί τας», «εκ του οράν το εράν», «ο τρώσας και ιάσεται», «ο γέγονε, γέγονε»…

Ως καρύκευμα του λόγου, λίπανση του εκφραστικού μηχανισμού, εισέδυαν τα στοιχεία αρχαΐζουσας ή αρχαίας ελληνικής γλώσσας, συχνά εν αγνοία της ακριβούς πηγής τους, από διάθεση ενίσχυσης της γλώσσας με αποδεικτικά γνώσεων και σοφίας, με σπαράγματα ρητορικής δεινότητας, ευγλωττίας. Χρησιμοποιούνταν κατά κόρον στα παλιότερα χρόνια, όταν ο λαός πάλευε μέσα στην υποδούλωση, στους πολέμους, στις ταραχές, στη βιοπάλη, για την πολιτισμική του ανάδυση. Και σταδιακά, τα ψήγματα αυτά λογιοτατισμού, και διυλισμένης επί αιώνες εμπειρίας, αφομοιώθηκαν στην καθημερινή γλώσσα, έγιναν δομικό μέρος της.

Εγιναν μέσο επικοινωνίας οι συναινετικές βραχύλογες εκφράσεις που αποτύπωναν τα κοινά αισθήματα και πιστοποιούσαν έναν κοινό προσανατολισμό, με αλληγορίες, χαριτολογήματα, λογοπαικτικά ευρήματα, κρίσεις. Ο Φράνσις Μπέικον θεωρούσε ότι στις λακωνικές γλαφυρές φράσεις, που κλίνουν προς την παροιμία, συμπυκνώνονται η μεγαλοφυΐα, η κρίση και το πνεύμα ενός λαού.

Κάποιες από τις φράσεις αυτές λειτουργούν πράγματι ως παροιμίες. Η παροιμία, όπως αναφέρει ο Κυριάκος Σιμόπουλος, αποτελεί σύνθεση της πρόθεσης «παρά» και του ουσιαστικού «οίμος», οδός. Σημαίνει δηλαδή το «παρά την οδόν», το «παρόδιον». Στα αρχαία χρόνια συνήθιζαν να χαράσσουν βραχύλογα προτρεπτικά μηνύματα, ηθικά παραγγέλματα, συμβουλές, πάνω σε λίθινες ή μαρμάρινες στήλες. Οι οδοιπόροι διάβαζαν τα επιγράμματα, διαλογίζονταν, ξεκουράζονταν, τέρπονταν, προβληματίζονταν.

Ομως υπάρχει και ο αντίλογος γι’ αυτές τις παγιωμένες άφθαρτες φράσεις. Οτι είναι η άρνηση κάθε άλλης εξήγησης. Μια προσπάθεια σιδηροπαγούς τακτοποίησης του κόσμου, η οποία σταματά τη μεταμόρφωσή του, αποκρύπτει το αιώνιο πλάσιμό του, εμποδίζει τη φυγή (Ρολάν Μπαρτ). Ενας ακίνητος ζυγός, ένα αμετάλλακτο πρότυπο, που ωθεί τους ανθρώπους να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στην αιώνια εικόνα που κατασκευάστηκε κάποτε γι’ αυτούς, σαν να επρόκειτο να διαρκέσει για πάντα. Στερεοτυπικές εκφράσεις που μετατρέπουν τα προϊόντα της Ιστορίας σε στεγανά, εμποδίζοντας το άτομο να επανεφεύρει τον εαυτό του. Συχνά αποτελούν και αφορισμούς που ενδέχεται να αδικούν, να συκοφαντούν, να κατηγοριοποιούν ανθρώπους, φύλα, λαούς.

Το βέβαιο είναι ότι έχουν πάντα ένα ιδεολογικό περιεχόμενο, είναι αλληλένδετες με τις κοινωνίες, εκφράζουν αντιλήψεις, αντιθέσεις, συγκρούσεις, αδιέξοδα, τον αναλλοίωτο –παρά τις προσπάθειες μεταβολής του– άνθρωπο.

Ζωντανές και χρήσιμες ίσως είναι μόνο όταν αποτελούν έναν λόγο ενεργητικό, συντομευμένο σε μια απλή διαπίστωση και στενά συνδεδεμένο με την ίδια εμπειρία, με την προετοιμασία του επόμενου κρίσιμου βήματος.