ΑΠΟΨΕΙΣ

Είναι μεταδοτική η ρητορική μίσους;

Η κατάθεση, χθες, από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης επίκαιρης ερώτησης προς τον πρωθυπουργό, με θέμα τις δρομολογηθείσες αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια, εκτός όλων των άλλων φέρνει στο επίκεντρο ένα από τα μείζονα προβλήματα του πολιτικού συστήματος: πρόκειται για την ποιότητα, το «χρώμα» του δημόσιου λόγου που αρθρώνουν οι πρωταγωνιστές της πολιτικής ζωής, ειδικά τα αρκετά τελευταία χρόνια.

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ στο γραπτό κείμενο της εν λόγω ερώτησης κατηγορεί ευθέως τον κ. Κυρ. Μητσοτάκη πως επιδεικνύει «εγκληματική αδιαφορία για τη νέα γενιά του τόπου μας». Δεν είναι η πρώτη φορά που ο κ. Αλ. Τσίπρας κάνει χρήση ιδιαιτέρως φορτισμένων εκφράσεων και λέξεων, απευθυνόμενος προφορικώς ή γραπτώς στον πρόεδρο της κυβέρνησης. Σε πρόσφατη πρόσωπο με πρόσωπο σύγκρουσή του με τον πρωθυπουργό –με θέμα τότε το φαινόμενο της αστυνομικής βίας–, αφού επανέλαβε πολλές φορές τη φράση «σας κατηγορώ», χαρακτήρισε τον κ. Μητσοτάκη «ανεπαρκή» και «επικίνδυνο», επαναβεβαιώνοντας ότι, στην κριτική του προς τον πολιτικό του αντίπαλο, κυρίαρχο είναι το στοιχείο της προσωπικής σύγκρουσης. 

Οι φραστικές ακρότητες, ωστόσο, δεν περιορίζονται στην παραδοσιακή μονομαχία των αρχηγών. Ανακοινώσεις και δηλώσεις στελεχών, σχεδόν με κάθε ευκαιρία, καταδεικνύουν πως το δηλητήριο διαχέεται τάχιστα σε όλους τους ορόφους των κομματικών πολυκατοικιών. Και από εκεί, διοχετεύεται ευρύτερα στην κοινωνία, με αισθητά τα αποτελέσματα σε ιδιωτικούς και δημόσιους χώρους, και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η ρητορική του μίσους σχεδόν τείνει να γίνει κανόνας στον δημόσιο διάλογο. Οι αντιστάσεις μοιάζουν λιγοστές, ενώ η στάση σιωπής και αποχής πολλές φορές παρερμηνεύεται ως στάση αδυναμίας. 

Ο κ. Μητσοτάκης κάποτε είχε δηλώσει ότι δεν ήθελε να εμπλακεί σε τέτοιου είδους αντιπαράθεση με τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά μάλλον σπάνια έως τώρα απέφυγε τον πειρασμό να «ανταποδώσει» με κάποιον τρόπο στις καυστικές επιθέσεις. 

Κάπου ανάμεσα στο πεδίο της ευχής και στο φάσμα της ουτοπικής προσδοκίας, υπάρχει πάντα η σκέψη πως η αρνητική και δηλητηριώδης αυτή συνήθεια των πολιτικών κάποια στιγμή θα λάβει τέλος. Πως οι «εκλεκτοί» μας, εκείνοι τους οποίους επιλέγουμε να μας εκπροσωπούν, να σχεδιάζουν και να λαμβάνουν αποφάσεις για το παρόν και το μέλλον μας, μπορούν να λειτουργούν ως θετικά παραδείγματα και όχι σαν άλλοθι του χειρότερου δικού μας εαυτού.