ΑΠΟΨΕΙΣ

ΠIΝΑΤ: Κομματόσκυλα

pinat-kommatoskyla0Ο Μπο πέθανε το περασμένο Σάββατο στα 12 του. Οι New York Times τού αφιέρωσαν εκτενή νεκρολογία – πότε πήγε στον Λευκό Οίκο, πώς πήρε το όνομά του, ποιοι ήταν οι προκάτοχοί του. Ο πρώην πρόεδρος Ομπάμα, προτού τον αποχαιρετίσει ως «πιστό σύντροφο», τον είχε μνημονεύσει στα απομνημονεύματά του ως «τον μοναδικό έμπιστο φίλο που ένας πολιτικός μπορεί να έχει στην Ουάσιγκτον».

Ο Πίνατ δεν έχει προκατόχους. Η ελληνική πολιτική παράδοση δεν είχε μέχρι σήμερα χώρο για σκύλους. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι με αυτόν τον ανώδυνο νεωτερισμό το μητσοτακικό Μαξίμου προσέθεσε ένα ακόμη διαφημιστικό τρικ στη διαρκή προσπάθειά του να οικοδομήσει μια βιτρίνα προσιτής εξουσίας – βιτρίνα που υπηρετείται προσωπικά από τον περιοδεύοντα πρωθυπουργό, καθώς φροντίζει τακτικά να βρίσκεται στο κάδρο πρωτοβουλιών κοινωνικής ή απλώς χαμηλής πολιτικής. Κάθε εβδομάδα και μια χειρονομία εξωστρέφειας.

Αν πρέπει οπωσδήποτε να προσαφθεί ένας πολιτικός ρόλος στον Πίνατ, είναι αυτός της τετράποδης πηγής χαριτωμένης φωτογένειας, που αντανακλά και στους δίποδους ενοίκους του Μαξίμου. Αλλά για κάποιους τα πράγματα δεν είναι –δεν μπορούν να είναι– απλώς χαριτωμένα. Ολα είναι βαρέως και σκανδαλωδώς πολιτικά. Ακόμη και ο Πίνατ.

«Μαξίμου: Γιατί καθημερινά “βομβαρδίζει” με φωτογραφίες του Peanut;». Οχι, το δημοσίευμα (avgi.gr) δεν ήταν ευθυμογράφημα. Ηταν αποκαλυπτικού ύφους καταγγελία, που διάβαζε τις εικόνες του πρωθυπουργικού σκύλου ως πολιτική καμπάνια. Εχει εξυφανθεί, έλεγε, κυβερνητικό σχέδιο να επιστρατευθεί ο Πίνατ για να κατευνασθούν οι αντιδράσεις κατά του νομοσχεδίου για τα ζώα συντροφιάς.

Πρόκειται για αδίστακτο κομματόσκυλο της Δεξιάς, που –σύμφωνα με την αποκαλυπτική σημειολογία– έκατσε να το χαϊδέψει η πρωθυπουργός της Σερβίας, την ώρα που ο Μητσοτάκης «κοίταζε ευθέως τον φακό» – προφανώς για να υπνωτίσει τους ανυποψίαστους κυνόφιλους.

Πίσω από αυτή την ασυναίσθητη φάρσα δεν θα ήταν άστοχο να ψάξει κάποιος το ύφος της πολιτικής συγκυρίας. Να ψάξει τα νήματα –ρητά και άρρητα– με τα οποία πασχίζουν να αρθρωθούν τα αντίπαλα αφηγήματα. Οι μεν μεταδίδουν το άγγελμα μιας ανέμελης ανοσίας· καλλιεργούν την προσδοκία ότι τα αλλαντικά θα χρησιμεύουν οσονούπω κυρίως σαν περιλαίμια. Οι δε πουλάνε ζόφο· νόμους – εκτρώματα, χρεοκοπία στον τουρισμό, λαιμητόμους στην εκπαίδευση, σκάνδαλα και άλλα σκάνδαλα.

Η κυβέρνηση προσπαθεί να εκπροσωπήσει την προσδοκία μιας κανονικότητας. Και η αντιπολίτευση την αγανάκτηση για μια ζωή που προδιαγράφεται σκυλίσια.

Αν θέλει κανείς να οσμιστεί ποιο από τα δύο αφηγήματα θα βρει ακροατήριο, μπορεί να βγάλει το κεφάλι του από το παράθυρο και να κοιτάξει τους δρόμους. Και τα γεμάτα τραπεζάκια στους πεζοδρόμους.