ΑΠΟΨΕΙΣ

Μίση, μύθοι και νέα πραγματικότητα

Είναι ακαταμάχητη η ικανότητα των ανθρώπων να αρνούνται την πραγματικότητα, να παραδίδονται σε μύθους, φαντασιώσεις και υποσχέσεις, παρά τις άφθονες αποδείξεις που μπορεί να παραθέτει η ζωή. Στον Μεσαίωνα, σε τακτικά διαστήματα ξεφύτρωναν μαζικά κινήματα και μεγάλη ταραχή στην Ευρώπη όταν ξαφνικά κάποιοι πίστευαν ότι πλησίαζε η Δευτέρα Παρουσία, ότι σύντομα αυτοί, οι φτωχοί και αδικημένοι, θα βρίσκονταν νικητές στο πλευρό ενός Σωτήρα Βασιλιά. Οι ξεσηκωμοί βασίζονταν σε διάφορους «χρησμούς» και σε χαρισματικές προσωπικότητες. Οι λαϊκές σταυροφορίες κατέληγαν πάντα σε καταστροφή για αυτούς που τις υποκινούσαν και όσους τους ακολουθούσαν. Ομως, η πίστη ότι η ημέρα της τελικής νίκης πλησιάζει έμενε ακλόνητη: οι επιζώντες και αυτοί που ανυπομονούσαν για τον επόμενο ξεσηκωμό έπειθαν εαυτούς ότι το προηγούμενο κίνημα απέτυχε επειδή οι προφητείες έλεγαν ότι η ζωή θα γινόταν ακόμη πιο δύσκολη πριν από την τελική νίκη. Ετσι, ερμήνευαν κάθε ήττα ως προάγγελο της τελικής νίκης, και ανέμεναν το σήμα, ή τον κατάλληλο ηγέτη, για τη νέα εξέγερση.

Αυτό που συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα με τους οπαδούς του Τραμπ είναι παρόμοιο αλλά και πολύ διαφορετικό. Αφενός, βλέπουμε ότι η συνωμοσιολογία, η ανασφάλεια και η οργή πάντα αναζητούν διέξοδο μέσω κάποιου ηγέτη που θα εμπνέει εμπιστοσύνη ότι ακούει τους οπαδούς του, ότι τους εκφράζει, που υπόσχεται ότι θα τσακίσει τους εχθρούς και θα τους οδηγήσει στη νίκη. Αφετέρου, είναι απίστευτο ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, το οποίο ιδρύθηκε το 1854 και (με πρόεδρο τον Αβραάμ Λίνκολν) κατήργησε τη δουλεία, έχει υποκύψει στον Τραμπ και στους οπαδούς του. Επειδή ουδείς μπορεί να πιστέψει ότι οι κορυφαίοι αξιωματούχοι του κόμματος αγνοούν την αποτυχία του τέως προέδρου και την ευθύνη του για την εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου, είναι φανερός ο φόβος ότι χωρίς τη στήριξη του Τραμπ οι υποψήφιοι του κόμματος δεν θα εκλέγονται. Επίσης, η κυνική αποδοχή του «Μεγάλου Ψέματος» ότι ο Τζο Μπάιντεν δεν κέρδισε τις προεδρικές εκλογές, συντηρεί τον θυμό των οπαδών του κόμματος, τους κρατεί σε εγρήγορση και ωθεί Ρεπουμπλικανούς κυβερνήτες και πολιτικούς στις πολιτείες να βρουν τρόπους να μειώσουν τη συμμετοχή ψηφοφόρων των Δημοκρατικών στις εκλογές.

Στον Μεσαίωνα, παραληρηματικοί μοναχοί και σαλεμένοι καιροσκόποι χρησιμοποιούσαν μύθους και ελπίδες για να παρασύρουν τους οπαδούς τους στη σύγκρουση με μια πραγματικότητα στην οποία δεν μπορούσαν να επιβληθούν, στην καταστροφή δηλαδή. Σήμερα, οι ηγέτες των Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο, οι οποίοι είχαν καταγγείλει τον Τραμπ για την ενθάρρυνση που παρείχε στους εισβολείς του Καπιτωλίου, οδηγούν τη χώρα τους όχι προς ένα ονειρεμένο μέλλον αλλά προς τα πίσω. Καθαίρεσαν τη βουλευτή Λιζ Τσένεϊ από την προεδρία της κοινοβουλευτικής ομάδας (τρίτο υψηλότερο αξίωμα του κόμματος στο Κογκρέσο) επειδή αυτή αρνείται να αναπαράγει το ψέμα ότι ο Τραμπ κέρδισε τις εκλογές. Αυτή η κίνηση αποκαλύπτει το μέγεθος του κυνισμού τους και τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει η δημοκρατία στις ΗΠΑ. Εάν οι Ρεπουμπλικανοί αλλάξουν τις εκλογικές διαδικασίες σε αρκετές πολιτείες και διαμορφώσουν εκλογικές περιφέρειες ώστε να ευνοούνται οι δικοί τους υποψήφιοι, είναι πιθανό να αποκτήσουν πλειοψηφία στο Κογκρέσο στις εκλογές του Νοεμβρίου του 2022. Τότε, έχοντας ήδη δείξει ότι αποδέχονται την τακτική Τραμπ, είναι πιθανό να μην αναγνωρίσουν το αποτέλεσμα της επόμενης προεδρικής εκλογής εάν νικήσει ο υποψήφιος των Δημοκρατικών.

Η ηγεσία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος θέτει σε κίνδυνο την πολιτική και κοινωνική ομαλότητα. Είναι στο δικό της χέρι να πράξει όπως η Τσένεϊ, να ενισχύσει τους δημοκρατικούς θεσμούς των ΗΠΑ. Αντί γι’ αυτό, ενθαρρύνει τους μύθους και τα μίση των πιο ακραίων οπαδών, προκαλώντας ανάλογη οργή, καχυποψία και πνεύμα αδικίας από την άλλη πλευρά. Κάθε ομάδα θα διαμορφώνει τη δική της πραγματικότητα. Αντιθέτως με τους καταδικασμένους σε αποτυχία σαλούς του Μεσαίωνα, οι Ρεπουμπλικανοί μπορεί να πετύχουν τους στόχους τους. Τότε ουδείς θα τους ζητήσει να λογοδοτήσουν. Οι ΗΠΑ, όμως, από λαμπρό παράδειγμα δημοκρατίας, ευημερίας και ευνομίας, θα περάσουν στον δικό τους Μεσαίωνα.