ΑΠΟΨΕΙΣ

Καρέκλες

Από την πρώτη στιγμή νιώθεις να είσαι μέσα σε μια φούσκα ασφαλείας. Με το που θα πατήσεις το πόδι σου στην είσοδο, το προσωπικό του Φεστιβάλ Αθηνών σε «παραλαμβάνει» και σε οδηγεί μέσα από μια COVID-free διαδρομή στη θέση σου. 

Το κοινό που ήρθε ήταν μετρημένο μέχρι τον τελευταίο, αφού στην παράσταση –τη μία και μοναδική της ημέρας– οι επιτρεπόμενες θέσεις για τους θεατές ήταν μόλις 60. Καθώς προχωρούσα προς τον Χώρο Ε για να βρω τη θέση μου περπατώντας σε μια περισχοίνιση τύπου αεροδρομίου, ένα ζευγάρι έβγαινε προς τα έξω. «Λένε πως θέλουν να καθίσουν μαζί αλλά έχουν εισιτήρια σε διαφορετικές θέσεις», ακούω να λένε οι υπάλληλοι του προσωπικού, «και τους έστειλα στο Ταμείο, δεν μπορώ να κάνω κάτι εγώ». Σε μια διοργάνωση εν μέσω πανδημίας κανείς δεν κάθεται όπου θέλει. Η τήρηση των μέτρων ήταν αυστηρή και η εφαρμογή τους εντυπωσιακή από το προσωπικό. Ολοι φορούσαν γάντια, ήταν ευγενέστατοι και απέφευγαν να έρθουν κοντά ακόμη και στον έλεγχο των εισιτηρίων, που γινόταν ηλεκτρονικά. Ακόμη και η ταξιθεσία ήταν ενισχυμένη, για να αποφεύγονται οι πολλές μετακινήσεις, και οι συστάσεις δεν έλειπαν προς όσους θεατές είχαν προς στιγμήν τις μύτες έξω από τη μάσκα τους.  

Ο Χώρος Ε είναι κανονικά κλειστός, αλλά για να δεχτεί κοινό έγινε ημιυπαίθριος. Η οροφή της αίθουσας ήταν ανοιχτή με ειδικό μηχανισμό, προσφέροντας μια άποψη του αττικού ουρανού καθώς βράδιαζε. Εμοιαζε με ανοιχτό παράθυρο στη μέση μιας σκοτεινής αίθουσας και κάπως έτσι σκέφτηκα μοιάζει και το φετινό φεστιβάλ, σαν ένα παράθυρο στην καταχνιά της πανδημίας.

Οσοι περάσαμε το κατώφλι της Πειραιώς 260 την περασμένη Τρίτη 1 Ιουνίου είδαμε τα γνώριμα κτίρια του φεστιβάλ που πέρυσι έμειναν ερμητικά κλειστά, αλλά όχι το γνώριμο κλίμα. Ελειπαν οι αγκαλιές, οι φεστιβαλικές ουρές, τα πηγαδάκια με φίλους και γνωστούς, το βουητό της προσμονής για μια παράσταση, τα γέλια και η ανεμελιά. Το ξεκίνημα είχε μια ατμόσφαιρα μουδιασμένης χαράς, σαν ένα μπράτσο μετά το εμβόλιο. Αλήθεια όμως, τι άλλο θα μπορούσαμε να περιμένουμε; 

Ετσι μάλλον είναι ένα φεστιβάλ εν μέσω πανδημίας, γιατί η πανδημία του κορωνοϊού δεν έχει τελειώσει. Κάτι ανάμεσα στις αναμνήσεις ενός ζωντανού καλοκαιριού με χαμόγελα, χυμούς, αρώματα, και σε ένα χειμώνα που περπατάς βιαστικά και κρατάς σφιχτά το παλτό σου για να μην το πάρει ο αέρας. 

Η νέα συνθήκη χρειάζεται εξοικείωση. Δεν ξέρω πότε τα πράγματα θα γίνουν όπως παλιά, αλλά είμαι βέβαιος ότι θα αυτό θα καθυστερήσει και άλλο εάν εμείς χαλαρώσουμε περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Εάν αρχίσουμε να μετακινούμε τις καρέκλες για να καθίσουμε όπου μας βολεύει ακόμη κι αν δεν πρέπει. Το ταμείο του φθινοπώρου δεν θα είναι τόσο ευχάριστο.