ΑΠΟΨΕΙΣ

Το παράδοξο φαινόμενο αρνητικών επιτοκίων

Καμιά φορά, η τρέχουσα επικαιρότητα, ο «θόρυβος» που προκαλεί η επικαιρότητα, μας απομακρύνει από τις μεγάλες τάσεις που διαμορφώνουν την πραγματικότητα. Ζούμε μία από τις σπάνιες συγκυρίες που ευνοείται η ελληνική οικονομία, εφόσον αξιοποιηθούν με αποτελεσματικότητα οι διεθνείς συνθήκες. Η ευκαιρία βρίσκεται στην έξοδο από την κατηγορία των υπερχρεωμένων κρατών. Να αποκτήσει η οικονομία «αναπτυξιακό διαβατήριο».

Στη χρηματοπιστωτική παγκόσμια αγορά, η τάση μοιάζει αρχικά παράδοξη. Τους δώδεκα τελευταίους μήνες, οι επενδυτές προτιμούν κυρίως κρατικά ομόλογα παρότι έχουν αρνητική απόδοση. Στην αγορά των ΗΠΑ, οι επενδυτές έχουν αποσύρει από αμοιβαία κεφάλαια μετοχών 108 δισ. δολ. και έχουν τοποθετήσει 785 δισ. δολ. σε αμοιβαία κεφάλαια ομολόγων. Η τάση αυτή δεν δικαιολογείται από τη «συμπεριφορά αγέλης» των επενδυτών, που κατευθύνονται εκεί όπου υπάρχουν υψηλές αποδόσεις. Το διάστημα αυτό, η απόδοση των μετοχικών αμοιβαίων είναι υψηλότερη κατά 62% από την αντίστοιχη των αμοιβαίων που επενδύουν σε ομόλογα και προσείλκυσαν πολύ περισσότερα κεφάλαια. Στην Ευρωζώνη, περίπου 70% των ομολόγων «προσφέρουν» αρνητική απόδοση και αυτό αποτελεί αύξηση κατά 35% σε σύγκριση με το τέλος του 2019.

Το φαινόμενο αποκαλύπτει τη μεγάλη εικόνα. Οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες που εποπτεύουν τη χρηματοπιστωτική αγορά, οι κυβερνήσεις, έχοντας να αντιμετωπίσουν και τις συνέπειες της πανδημίας, κινούνται προς μια επιλογή που είχε εφαρμοστεί και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η «καταστολή» της χρηματοπιστωτικής αγοράς γίνεται και πάλι κυρίαρχη πρακτική. Η μακροχρόνια πολιτική μηδενικών ή πολύ χαμηλών επιτοκίων επιτρέπει την άνετη χρηματοδότηση των κρατικών χρεών, τα οποία πρακτικά και με τη βοήθεια ελεγχόμενου πληθωρισμού σταδιακά μηδενίζονται.

Πολλές κυβερνήσεις με υπερχρεωμένο δημόσιο τομέα προτιμούν αντί των μέτρων σταθεροποίησης και λιτότητας να εφαρμόσουν πολιτική μηδενικών επιτοκίων, ώστε να μην ανατραπεί απότομα και δραστικά η δημοσιονομική πολιτική τους.

Γι’ αυτό η αμερικανική κεντρική τράπεζα (Fed), η ευρωπαϊκή ΕΚΤ, αλλά και οι κεντρικές τράπεζες της Μ. Βρετανίας και της Ιαπωνίας κινούνται σε ανάλογη πρακτική. Σε αυτές τις γεωγραφικές περιοχές, η εγχώρια αποταμιευτική αγορά μπορεί να καλύψει τις ανάγκες χρηματοδότησης της οικονομίας, κλείνοντας το θέμα. Αρκεί βεβαίως τα ασφαλιστικά ταμεία να αυξήσουν το ποσοστό των επενδύσεών τους σε ομόλογα, όπως και έκαναν. Το πρόβλημα μεταφέρεται σε αναδυόμενες οικονομίες όπως η Τουρκία, η οποία χρειάζεται ξένα κεφάλαια προκειμένου να διατηρήσει ανάπτυξη και δεν μπορεί να τα προσελκύσει με μηδενικά επιτόκια καθώς οι αγορές θεωρούν ότι υπάρχει συστημικός κίνδυνος. Γι’ αυτό κινδυνεύει με χρεοκοπία εάν μειώσει τα επιτόκια, με απότομη ύφεση της οικονομίας εάν τα αυξήσει.

Πολλοί εκτιμούν ότι η χρηματοπιστωτική καταστολή των μηδενικών επιτοκίων έχει σοβαρές επιπτώσεις, καθώς ουσιαστικά φορολογούνται οι καταθέτες, ενισχύεται η ανισότητα αφού ευνοούνται οι πλούσιοι που έχουν μετοχές, ενισχύονται η κατανάλωση και η σπατάλη κεφαλαίων εις βάρος της παραγωγικότητας και της μακροχρόνιας, βιώσιμης ανάπτυξης. Ισως.

Η κατάσταση ευνοεί χώρες με υψηλό χρέος. Οσο μεγαλύτερη διάρκεια έχει η φάση μηδενικών επιτοκίων και όσο διατηρείται ανάπτυξη με υψηλό ρυθμό, το δημόσιο χρέος είναι μια διαχειρίσιμη άσκηση και μπορεί μάλιστα να μειωθεί δραστικά. Αλλά πέρα από τη δημοσιονομική διαχείριση η συγκυρία φέρνει ευκαιρίες και για τον ιδιωτικό τομέα, καθώς επιχειρήσεις θα έχουν πρόσβαση σε κεφάλαια με μικρό κόστος. Τα επιτόκια στα εταιρικά ομόλογα συνδέονται με τα κρατικά, καθώς σπάνια εταιρικό ομόλογο έχει επιτόκιο μικρότερο της χώρας. Το χρέος είναι βάρος.