ΑΠΟΨΕΙΣ

Γιατί χρειάστηκε τόσος χρόνος;

Τα τελευταία πολλά χρόνια, έβλεπα από το γραφείο μου τη γεμάτη σκουπίδια εγκαταλελειμμένη ακτή του Φαληρικού Ορμου και σκεπτόμουν: «Πώς είναι δυνατόν να είμαστε τόσο ανίκανοι να εκμεταλλευθούμε κάτι τόσο μοναδικό;». Στο δικό μου –τουλάχιστον– μυαλό ήταν ένα πολύ τρανταχτό παράδειγμα, που εξηγούσε την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που είμαστε ως χώρα και αυτό που θα μπορούσαμε να είμαστε. Το ίδιο ίσχυε, βέβαια, και για το Ελληνικό και όλο το παραλιακό μέτωπο της Αττικής.

Επιτέλους, όμως, κάτι αλλάζει. Σε δέκα χρόνια από τώρα, δύσκολα θα αναγνωρίζει κανείς τη διαδρομή από το ΣΕΦ έως τη Βουλιαγμένη. Το καλύτερο αναξιοποίητο real estate της Ευρώπης θα έχει βρει τη θέση που του ανήκει.

Το ερώτημα είναι γιατί χρειάστηκε τόσος χρόνος; Νομίζω, η ευθύνη πρέπει να αποδοθεί στο ελληνικό κράτος, που ειδικεύεται στο σαμποτάρισμα μεγάλων έργων, και στους πολιτικούς που προτίμησαν να τα αφήσουν για μια άλλη μέρα. Χρειάστηκαν παραπάνω από δέκα χρόνια, άλλωστε, για να ξεμπλέξει το κουβάρι και να καθαρίσει το τοπίο από αυθαιρεσίες και μικρές αλλά ισχυρές διαπλοκές που είχαν αφήσει την αττική παραλία στα χέρια διαφόρων καλά διασυνδεδεμένων λαφυραγωγών με τη βοήθεια τοπικών αρχών. Αν, όσο και να μη μας αρέσει, η τρόικα δεν είχε επιμείνει να ξεμπλέξει αυτό το κουβάρι και αν η κυβέρνηση Σαμαρά δεν το έκανε με πείσμα, θα περιμέναμε ακόμη δέκα χρόνια. Το ίδιο ισχύει για την περιφερειάρχη Δούρου, που προχώρησε τα έργα υποδομής. Η σημερινή κυβέρνηση έχει βάλει φιλόδοξους στόχους, ενώ ο ιδιωτικός τομέας μοιάζει να παίρνει ρίσκα που του βγαίνουν.

Οπως πάντα, χρειάζεται προσοχή με τόσο μεγάλα έργα. Το παραλιακό μέτωπο πρέπει να είναι ανοικτό και για τον πληθυσμό της Αττικής· δεν μπορεί να γίνει ένα περιφραγμένο γκέτο για πολύ πλούσιους, γιατί αυτό θα προκαλέσει πολλές και δικαιολογημένες αντιδράσεις. Ταυτόχρονα, κάποιος πρέπει να σκεφθεί πώς θα μετακινούνται οι χιλιάδες παραπάνω κάτοικοι και επισκέπτες σε έναν άξονα που είναι ήδη πολύ βεβαρημένος.

Αλλά ας μείνουμε στα θετικά. Επειτα από χρόνια αδράνειας, μπαίνουμε σε μια φάση κατά την οποία η Ελλάδα αξιοποιεί τους –όχι και πολύ κρυμμένους– «θησαυρούς» της. Επιτέλους.