ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενας πατέρας σαν δένδρο χωρίς κλαδιά

Πόρτες ανοίγουν και κλείνουν, οι διάδρομοι οδηγούν σε δωμάτια που δεν αλλάζουν χρήση… Ο ηλικιωμένος, άνω των 80, συνταξιούχος μηχανικός Aντονι, κυκλοφορεί μέσα στο σπίτι συνήθως με πιζάμες, με την άνεση του ιδιοκτήτη. Σχεδόν ποτέ μόνος, είναι εκεί και η κόρη του, Αν. Εξάλλου, όπως λέει, ζει 30 χρόνια τώρα σε αυτό το διαμέρισμα… Ή μήπως όχι; Μήπως το σπίτι είναι της κόρης του, η οποία τον φιλοξενεί προσωρινά μέχρι να βρεθεί μονιμότερη λύση στο πρόβλημα; Ο Aντονι πάσχει από άνοια, αρνείται να συμβιώσει με νοσοκόμες, υποστηρίζει ότι είναι μια χαρά και πιστεύει ότι η κόρη του θέλει να τον εκδιώξει για να αποκτήσει το διαμέρισμά του. Υπάρχει και μια τρίτη εκδοχή: ο Aντονι να φιλοξενείται ήδη σε γηροκομείο υψηλής φροντίδας και να περιβάλλεται από ειδικευμένο προσωπικό. Τα πρόσωπα με τα οποία εμπλέκεται συναισθηματικά, συγκρουόμενος ή όχι μαζί τους (εκτός από την κόρη του υπάρχουν και δύο άντρες που συνδέονται με την Αν), είναι πραγματικά ή γεννήματα του μυαλού του; Eως πού φτάνει η σύγχυσή του; Ποια μέρη της ιστορίας που παρακολουθούμε είναι γεγονότα και ποια κατασκευές ενός ταραγμένου νου;

Ο σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας Φλοριάν Ζελέρ, με την ταινία του «Ο πατέρας» φέρνει σε δύσκολη θέση τον θεατή. Iσως και πολύ δύσκολη. «Ποιος ακριβώς είμαι;», αναρωτιέται ο Aντονι Χόπκινς, που βραβεύτηκε με Oσκαρ για τη σπουδαία ερμηνεία του. Δίπλα του η Ολίβια Κόλμαν (Αν), έξοχη επίσης, το μοντάζ του Γιώργου Λαμπρινού είναι εργόχειρο μεγάλης ακρίβειας και απαιτήσεων «πρωταθλητισμού», το αποτέλεσμα χωρίς αυτούς τους συνεργάτες δεν θα ήταν το ίδιο. 

Για την ταινία γράφτηκαν εγκωμιαστικά κριτικά σημειώματα και αναλύσεις, διεθνώς και στη χώρα μας. Δικαίως. 

Το λαβυρινθώδες ξεκούρδισμα του Αντονι (ή, ενδεχομένως, κούρδισμα σε άλλη συχνότητα) οδηγεί σε μονοπάτια δαιδαλώδη. Οτιδήποτε παρεκκλίνει από την ερμηνεία της ασθένειας –η άνοια δεν είναι η απάντηση σε όλα, υπάρχει και το υπόβαθρο των οικογενειακών σχέσεων– προκαλεί τριγμούς. Μερικοί μετασχηματισμοί, όπως ο τρόπος που εξελίσσεται η επαφή του πατέρα με την κόρη, δεν είναι αναμενόμενοι. Κι εκεί ο κίνδυνος, η απειλή του μη προβλέψιμου, το «λες να», ξεβολεύει τον θεατή. Ας επισημάνουμε και την επιστροφή του «θεατή»· ο θερινός κινηματογράφος, η κοινή παρακολούθηση δηλαδή, καλεί σε μια άλλη επεξεργασία/διαδικασία, που κοντέψαμε να ξεχάσουμε.

Υπάρχουν στιγμές/σκηνές στην ταινία που ο Αντονι παραπέμπει ευθέως στον σαιξπηρικό Ληρ. Μπορεί βέβαια να είναι η παρουσία του Αντονι Χόπκινς που δημιουργεί συνειρμούς, όμως η ισχυρογνωμοσύνη και η «τρέλα» του πατέρα, το βασίλειο του σπιτιού και το μοίρασμα των υπαρχόντων του, είναι κοντά στην επικράτεια του Ληρ. Ο συχνά ανυπόφορος γέρων σχοινοβατεί πάνω από την άβυσσο του χρόνου και των αλλεπάλληλων παρανοήσεων. Το ενδιαφέρον είναι πως, κάποιες φορές, όταν σκοντάφτει στη σύγχυση, προσποιείται ότι αντιλαμβάνεται το λάθος. Προσποιείται. Θυμίζει την αναιδή παραίνεση της Ρεγάνης (δεύτερης κόρης) στον Ληρ: «…Γέρασες. Στο σώμα σου η φύση ακροβατεί στα όριά της» (μτφρ. Διονύσης Καψάλης). 

Σε ένα όριο πορεύεται και ο Αντονι. Το ρίγος που διατρέχει τον θεατή είναι περίπλοκο, ανεξάντλητο και βαθύ. «Ο πατέρας» είναι μια ταινία για το πένθος και τι σημαίνει να πενθείς κάποιον που είναι ακόμη ζωντανός, παρών και καθόλου αποσυρμένος. Το αντίθετο. Διεκδικεί τον χώρο του, την καθημερινότητά του, τη μουσική του (αγαπά την όπερα), το φλιτζάνι με το τσάι του, το βραδινό του φαγητό, το ρολόι του (διαρκώς νομίζει ότι του το έχουν κλέψει…). Διεκδικεί τη ρουτίνα του, που πιστεύει ότι κάποιοι του τη στερούν. Ομως, δεν είναι οι άλλοι· ο ίδιος έχει χάσει πια τα πατήματά του. 

Η «καταιγίδα» του Αντονι δεν μοιάζει με εκείνη του Ληρ. Η δική του συντριβή δεν συνταιριάζει με τα στοιχεία της φύσης. Κουλουριάζεται κλαίγοντας στην αγκαλιά της νοσοκόμας, σαν παιδί, ζητάει επίμονα τη μητέρα του. Η νοσοκόμα τον καθησυχάζει. Τα φάρμακα θα ενεργήσουν όπου να ’ναι, μαζί με το χάδι της. «Νιώθω να χάνω όλα μου τα φύλλα», της λέει. Είναι σαν δένδρο χωρίς κλαδιά, γυμνό, με έναν κορμό αδύναμο, ροζιασμένο. Εκτεθειμένος, περισσότερο από μόνος.