ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα τραγούδια και η ιστορία τους

ta-tragoydia-kai-i-istoria-toys-561445444

Τα δημοτικά τραγούδια, τμήμα της ιστορίας και γεννήτορές της, είναι και μάρτυρές της. Η διήγησή τους μπορεί να χρησιμοποιηθεί, συμπληρωματικά με άλλες πηγές, για την προσέγγιση και την ερμηνεία κάποιου συμβάντος. Συχνά άλλωστε θεμελιώνονται σε πραγματικά περιστατικά, αναδεικνύοντάς τα αμερόληπτα. Για παράδειγμα, αντιμετωπίζουν αδέκαστα τον έρωτα σαν μία από τις δυνάμεις που παράγουν ιστορία, συγκρουόμενες με κατεστημένες αντιλήψεις. 

Σε αυθεντικό περιστατικό εδράζεται το μοραΐτικο τραγούδι «Η Χριστίνα του Πάνου», που το αντλώ από το βιβλίο του Π. Παπαζαφειρόπουλου «Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης του ελληνικού λαού ιδία δε του της Πελοποννήσου» (1887). Αυτός που χύνει «ποταμηδόν δάκρυα», όπως γράφει ο Αμβρόσιος Φραντζής στο έργο «Επιτομή της αναγεννηθείσης Ελλάδος αρχομένη από του έτους 1715, και λήγουσα το 1837» (1841) είναι ένας Αλβανός μπέης, που βλέπει την Ελληνίδα σύζυγό του να τον εγκαταλείπει κι αυτόν και το παιδί τους. Τα ερωτικά και τα μητρικά αισθήματά της υποτάσσονται στην πίστη της. Αντίθετα, στο συγκλονιστικό διήγημα του Γιάννη Βλαχογιάννη «Η Τουρκάλα», όταν φεύγουν οι Τούρκοι του Μοριά και οι Φράγκοι ρωτούν τις γυναίκες των χαρεμιών ποια είναι χριστιανή και ποια Τουρκάλα, η δραματικά διχασμένη Μεσολογγίτισσα Κυράνα απαντά: «Είμαι χριστιανή, το ξέρω, δεν τ’ αρνιώμαι… Ομως είμαι Τούρκα τώρα… Τούρκος είν’ ο άντρας μου… Γυναίκα Τούρκου… και χειρότερα· Τούρκου σκλάβα είμαι ’γώ!… Το παιδί μου είναι  Τουρκόπουλο!»

Το τραγούδι της Μοραϊτοπούλας: «Να τό ηξερα, Χριστίτσα μου, που ’θελε να σε πάρουν, / δε σ’ έστελν’ από τη στεριά παρ’ από του πελάγου. / Σ’ έστελνα στην Αρβανιτιά και στ’ Αρβανιτοχώρια, / όπου είχα πύργο γυάλινο για να σε βάλω μέσα, / να σε βουτήξω στο φλωρί και στο μαργαριτάρι. / Να γύριζ’ ο ντουνιάς τροχός σαν πώς γυρίζ’ η ρόδα / να ’ρχόμουν πίσω στο Μοριά κι αγνάντια στη Νεμνίτσα, / στην Πάτρα καν να σμίγαμε, εκεί ν’ ανταμωθούμε. / Να σ’ έβλεπα, Χριστίτσα μου, κι ας πέθαιν’ ο καημένος».

Το 1828 3.000 Οθωμανοί αποσκιρτούν απ’ το στρατόπεδο του Ιμπραήμ και ζητούν από τους Ελληνες να περάσουν στη Ρούμελη. Ο,τι αφορά τον λαϊκό τραγουδιστή από το όλο επεισόδιο είναι η μοίρα μιας συγκεκριμένης αιχμάλωτης και ο έρωτας του Οθωμανού γι’ αυτήν. Η «Περισυναγωγή» πληροφορεί: «Η Χριστίτσα, θυγάτηρ του Πάνου Αναγνωστοπούλου εκ Νεμνίτσης […], ην δεσποινίς εξόχου και σπανίας ωραιότητος, άγουσα το 18 έτος περίπου της ηλικίας αυτής, ότε τω 1825 μετ’ άλλων απήχθη αιχμάλωτος υπό των Τούρκων παρά τον Μυλάοντα ποταμόν. […] Απελευθερωθείσα δε τω 1828 αφήκε παρά τω συζύγω Οθωμανώ υιόν». Στη Χριστίτσα αναφέρεται ο Παπαζαφειρόπουλος και στο ιστοριογράφημα «Μεθυδριάς» (1883): «Εκ Νεμνίτσης είλκε το γένος και η επί κάλλει φημισθείσα Χρηστίτσα, θυγάτηρ του Πάνου Αναγνωστοπούλου ή Βελέντσα, ήτις κατά τα 1826 αιχμαλωτευθείσα υπό των Αράβων και εις Αργος και Κόρινθον απαχθείσα, ελυτρώθη και απεβίωσεν έπειτα εν Τριπόλει. Περί της ωραίας ταύτης ορεινής γυναικός και τραγωδίαν συνέταξεν ο Σολομώς, και άσμα ιστορούν τα κατά την αιχμαλωσίαν αυτής, μέχρι του νυν εις το στόμα του αλλού φέρεται». 

Εδώ οι Τούρκοι γίνονται Αραβες, το 1825 (έτος της αιχμαλωσίας) γίνεται λαθεμένα 1826, αποδίδεται δε, επίσης λαθεμένα, στον ανορθόγραφα αναφερόμενο Σολωμό τραγωδία με θέμα την «ωραία ορεινή γυναίκα». Στην πραγματικότητα, τραγωδία για τη Χριστίνα/Χριστίτσα εξέδωσε το 1844 ο Λευκαδίτης δραματικός ποιητής και δικαστικός Ιωάννης Ζαμπέλιος (1787-1856), εταίρος της Φιλικής Εταιρείας, πατέρας του λογίου Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου και συγγραφέας των τραγωδιών «Γεώργιος Καραϊσκάκης», «Ιωάννης Καποδίστριας» και «Διάκος». Στην προοιμιακή «Υπόθεσιν» ο Ζαμπέλιος αναφέρεται λεπτομερώς στις συνθήκες που οδήγησαν την ηρωίδα του να αρνηθεί τον άντρα της και το παιδί τους και να επιλέξει την επιστροφή στην πατρίδα της και τον πατέρα της:

«Κατά τον Μάϊον του 1828, αποσκιρτήσαντες εκ του στρατοπέδου του Ιμπραήμου Πασά περίπου των 3.000 Οθωμανών, εξητήσαντο την εις την Στερεάν Ελλάδα ελευθέραν διάβασίν των παρά της Ελληνικής Κυβερνήσεως διά συνθήκης, ήτις και τοις εδόθη. Πολλοί εκ των Οθωμανών αυτών έχοντες αιχμαλώτους και αιχμαλώτιδας νέας, και όντες κυριευμένοι από τυφλόν έρωτα, απένεμον και εχορήγουν εις αυτούς παν είδος αναπαύσεως, τρυφής, πλούτου, ενδυμάτων, χρυσίου, λίθων πολυτελών, και λοιπών άλλων, μόνον και μόνον διά να μείνωσι μετ’ αυτών, υποχρεούμενοι εκ των χορηγουμένων αυτοίς παντοίων αγαθών. Οτε δε έφθασαν οι, περί ων ο λόγος, Οθωμανοί εις την κώμην Βρωμοσέλαν, κειμένην εις την πεδιάδα της Καρυταίνης, απεστάλησαν εις το Οθωμανικόν αυτό στρατόπεδον από μεν του Θεοδώρου Κολοκοτρώνου Αρχηγού των εν Πελοποννήσω Ελληνικών στρατευμάτων ο Κωνσταντίνος Πελοπίδας, από μέρους δε του εκτάκτου Επιτρόπου Αρκαδίας Αλεξ. Βλαχοπούλου ο Γραμματεύς αυτού Δ.Κ. Βυζάντιος, διά να καταγράψωσι κατά την συνθήκην εκείνους μόνους των αιχμαλώτων, όσοι οικειοθελώς ήθελον ζητήσει να μείνωσι με τους Ελληνας· οίτινες απελθόντες εις το στρατόπεδον, επί πλήρους συναθροίσεως των οπλαρχηγών Οθωμανών, προεδρεύντος και του επί κεφαλής αυτών Αχμέτου Μπέη Βαβυλωνίου, τους μεν άρρενας παρουσιάζοντες ενώπιον αυτών, ηρώτων “τι είσαι; Χριστιανός ή Τούρκος;” και ει μεν ο παρουσιαζόμενος απεκρίνετο “Χριστιανός είμαι” κατέγραφον αυτόν ως Χριστιανόν, Ελληνιστί μεν οι ρηθέντες διωρισμένοι, Τουρκιστί δε ο Χώνζας Ιερεύς του στρατοπέδου. Ει δε και έλεγεν ότι είναι Τούρκος, εσημείωνεν αυτόν ως Τούρκον μόνο ο Χώνζας. […] Μετά την καταγραφήν δε των αρρένων, κατέγραψαν και τας γυναίκας, περιερχόμενοι εις τας Σκηνάς.

»Εφθασαν δε τελευταίον και εις την Σκηνήν του ρηθέντος Αχμέτου Μπέη Αρχηγού του στρατοπέδου, όστις έχων αιχμαλώτιδα την θυγατέρα του Παναγιώτου Αναγνωστοπούλου εκ Νεμνίτσης, κώμης της επαρχίας Καρυταίνης, Χριστίναν ονόματι, νέαν ευειδή εις άκρον, και περιποιούμενος αυτήν ως μανιωδώς ερωτευμένος ων, ήλπιζε πάντοτε ότι αυτή δεν θέλει ζητήσει να μείνη ποτέ με τους Ελληνας, και διότι ήτον υποχρεωμένη από τα οποία τη εχορήγει αγαθά, και διότι είχε τέκνον άρρεν μετ’ αυτού 6-8 μηνών ηλικίας. Αφ’ ου δε εισήλθον οι δύο ρηθέντες απεσταλμένοι και ο Μπέης εις την Σκηνήν […] πριν ή ερωτήσωσιν αυτήν, εάν ήναι Χριστιανή, ευθύς εκείνη με εύτολμον γενναιότητα εφώναξε “Χριστιανή είμαι, και μετά ασεβών ου μη καθήσω”. Απορρίψασα δε το επ’ αυτήν κάλυμμα, έδραμεν έξω της σκηνής, όπου ίστατο ο πατήρ αυτής, προσκεκλημένος επί τούτω διά να παρευρεθή εκείσε κατ’ εκείνην την στιγμήν, και δακρυρροούσα κατεφίλει τας χείρας και τους πόδας του πατρός αυτής, χωρίς να συλλογισθή, ούτε πλούτον, ούτε αγαθά, τα οποία ήσαν εις την άμεσον διαχείρισίν της, ούτε δε καν ότι ήτο μήτηρ τέκνου. Αλλ’ απάντων αυτών καταφρονήσασα, κατεγράφη μετά των λοιπών Χριστιανών περίπου των 175 αριθμηθέντων αρρένων τε και θηλέων αιχμαλώτων· ο δε κύριος αυτής Μπέης έμεινεν ως ημιθανής και ως παράφρων σχεδόν».

Συνεχίζουμε την επόμενη Κυριακή.