ΑΠΟΨΕΙΣ

Η γεωπολιτική των Ολυμπιακών

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Τόκιο του 2020, που διεξάγονται το 2021, χωρίς κοινό, εμπλουτίζουν την ιστορία του θεσμού με ένα τρόπο απρόσμενο. Ωστόσο, ο ίδιος ο θεσμός των Ολυμπιακών Αγώνων είναι συνυφασμένος με όλες τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις ως αντανάκλαση σημαντικών μεταβολών και ως βαρόμετρο γεωπολιτικών πιέσεων. Ακόμη και όταν δεν υπάρχει προφανής πολιτική προέκταση, οι Αγώνες είναι ένας τρόπος να δείξει κάθε οργανώτρια χώρα τη διεθνή υπόστασή της.

Αν σταθεί κανείς στο Τόκιο θα είναι ωφέλιμο να αντιπαραθέσουμε τους Αγώνες αυτού του καλοκαιριού με εκείνους του 1964 που είχαν γίνει και πάλι στο Τόκιο. Ηταν την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, η Ιαπωνία είχε υποστεί το σαρωτικό πλήγμα της ατομικής βόμβας μόλις 19 χρόνια πριν, και οι Αγώνες του 1964 ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία για τη χώρα να επιδείξει το νέο της πρόσωπο στο παγκόσμιο κοινό, σε μια εποχή που κάθε τι ιαπωνικό ήταν συνώνυμο της υψηλής τεχνολογίας και η μανία με τον δυτικό τρόπο ζωής είχε καταλάβει τους Ιάπωνες.

Στον ευρύτερο χάρτη των Αγώνων, δεν μπορεί να μη σταθεί κανείς στις ειρηνικές κορυφώσεις όπως ήταν οι Αγώνες του 1992 στη Βαρκελώνη, που έμειναν στην Ιστορία κυρίως γιατί έδειξαν τη δυνατότητα της αστικής μεταμόρφωσης και την ανάδειξη μιας ιστορικής πόλης σε παγκόσμιο προορισμό, αλλά και στις σκοτεινές πλευρές, όπως ήταν το 1972 στο Μόναχο με την τρομοκρατική επίθεση με θύματα αθλητές από το Ισραήλ. Και πάλι, στον αντίποδα, το Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου (που εξακολουθεί και είναι αξιοθέατο) είχε παρουσιαστεί ως επίτευγμα της Δυτικής (τότε) Γερμανίας όπως και το Στάδιο του Βερολίνου στη χιτλερική Γερμανία.

Εκείνοι οι Αγώνες του 1936 ήταν οι πιο καθοριστικοί ως προς τη χειραγώγηση του αθλητισμού από τον πολιτικό ολοκληρωτισμό. Αργότερα, η πολιτική ένταση του Ψυχρού Πολέμου είχε προκαλέσει το μεγάλο μποϊκοτάζ στους Ολυμπιακούς της Μόσχας (1980) ως αντίδραση στη σοβιετική επέμβαση στο Αφγανιστάν και την απάντηση του κομμουνιστικού μπλοκ με μποϊκοτάζ στους Ολυμπιακούς του Λος Αντζελες (1984).

Οπως το Παρίσι το 1924 (και προφανώς και το 2024), όπως το Λονδίνο το 1948, το Ελσίνκι το 1952, η Ρώμη το 1960, το Μεξικό το 1968 και το Μόντρεαλ το 1976, έτσι και η Αθήνα είχε επενδύσει στη διεθνή δικτύωση. To 2004 είναι ακόμη νωπό, αλλά ας μην ξεχνάμε την αρχή. Το 1896, όταν κανείς ίσως δεν μπορούσε να προβλέψει την επένδυση, η μικρή Ελλάδα έκανε ένα άνοιγμα στη διεθνή κοινότητα παρουσιάζοντας το αναμαρμαρωμένο Στάδιο.