ΑΠΟΨΕΙΣ

Πολύτιμα διδάγματα για τη ζωή μας με τον ιό

Εννέα μήνες μετά την έναρξη των εμβολιασμών για την COVID-19, η πρόοδος είναι αναμφισβήτητη αλλά ο ιός παραμένει πολύτροπος αντίπαλος. Με την παραλλαγή «Δέλτα» να είναι πλέον κυρίαρχη, μεταξύ άλλων, στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες και με το φθινόπωρο να επαναφέρει φόβους περί ανεξέλεγκτης εξάπλωσης και νέων lockdowns, αξίζει να συνοψίσουμε κάποια βασικά διδάγματα που έχουμε αντλήσει μετά τη χορήγηση 5 δισεκατομμυρίων δόσεων ανά τον κόσμο.

Πρώτον, τα εμβόλια παραμένουν το καλύτερο όπλο κατά της πανδημίας. Η κύρια αρνητική είδηση όσον αφορά τη «Δέλτα» είναι ότι είναι σημαντικά μειωμένη η προστασία που παρέχουν έναντι της μετάδοσης του ιού. Η κρίσιμη θετική είδηση είναι ότι τα εμβόλια εξακολουθούν να είναι πολύ αποτελεσματικά στην αποτροπή νοσηλειών και θανάτων. Τα κρούσματα θα είναι πολλά το φθινόπωρο και τον χειμώνα στο βόρειο ημισφαίριο, αλλά η πίεση στα συστήματα υγείας θα είναι μειωμένη, δεδομένης της μεγάλης εμβολιαστικής κάλυψης του πληθυσμού.

Δεύτερον, η κούρσα των εμβολιασμών είναι ένας μαραθώνιος, με συνεχείς ανατροπές. Για παράδειγμα, το σφοδρό τέταρτο κύμα στο Ισραήλ –τη χώρα με την καλύτερη εκκίνηση στην παγκόσμια εμβολιαστική εκστρατεία– φαίνεται ότι συνδέεται, μεταξύ άλλων, με το γεγονός ότι η ανοσία από το εμβόλιο Pfizer/BioNTech φθίνει ταχύτερα από αυτή του ευρέως δυσφημισμένου εμβολίου της AstraZeneca. Εν μέρει αυτό φαίνεται να οφείλεται στο μεγαλύτερο διάστημα μεταξύ των δύο δόσεων AstraZeneca. Η βρετανική στρατηγική της μεγαλύτερης χρονικής απόστασης μεταξύ των δόσεων (την οποία εφάρμοσε και για τα mRNA εμβόλια) αρχικά θεωρήθηκε επιτυχής γιατί μείωσε θεαματικά τις νοσηλείες και τους θανάτους· μετά κλονίστηκε εξαιτίας της σημαντικά μειωμένης προστασίας της πρώτης δόσης απέναντι στη «Δέλτα»· με τα νέα δεδομένα μοιάζει ξανά να δικαιώνεται.

Τρίτον, η επιβεβαιωμένη πλέον διολίσθηση της ανοσίας έχει ήδη οδηγήσει χώρες όπως οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και το Ηνωμένο Βασίλειο να εγκρίνουν τη χορήγηση ενισχυτικών δόσεων (στο Ισραήλ ήδη χορηγούνται). Αυτό έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση του ΠΟΥ, καθώς η εμβολιαστική κάλυψη στις φτωχότερες χώρες παραμένει εξαιρετικά χαμηλή. Η ανάγκη να εμβολιαστούν οι πιο ευάλωτοι στον αναπτυσσόμενο κόσμο συνεχίζει να παραμερίζεται έναντι πολιτικών ενίσχυσης της προστασίας των ήδη εμβολιασμένων και χορήγησης δόσεων σε παιδιά (που κινδυνεύουν πολύ λιγότερο) στις πλούσιες χώρες.

Τέλος, ο μαραθώνιος των εμβολιασμών απαιτεί αντοχές. Η Ε.Ε., η εμβολιαστική στρατηγική της οποίας υπήρξε αντικείμενο εντονότατης κριτικής τον περασμένο χειμώνα, έχει ξεπεράσει πλέον τις ΗΠΑ στην εμβολιαστική κάλυψη του πληθυσμού. Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ξεπεράσει ακόμα και τη Βρετανία. Η Ελλάδα, δυστυχώς, από τις πρώτες θέσεις μεταξύ των «27» που κατείχε έως τον περασμένο Απρίλιο, πλέον βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο, τόσο σε πρώτες δόσεις όσο και σε πλήρη εμβολιασμό. Επείγει να μάθουμε τι έκαναν σωστά χώρες όπως το Βέλγιο, η Πορτογαλία και η Σουηδία ώστε να μας αφήσουν πίσω. Ο πρωθυπουργός λέει ότι δεν θα κλείσει η χώρα για «λίγους ανεμβολίαστους», αλλά το 45% του πληθυσμού εξακολουθεί να μην έχει κάνει καμία δόση.