ΑΠΟΨΕΙΣ

Φιλελεύθερη ενοχή και ψευτοφιλελεύθερος ατομισμός

Να μην κουνάμε το δάχτυλο. Μην είμαστε υπερόπτες. Να μην ακουγόμαστε σαν ελίτ. Να ακούμε.
 
Οι εντολές αυτές έχουν πια εμπεδωθεί στη συνείδηση των φιλελεύθερων ηγεσιών. Εχει εμπεδωθεί μια ενοχή απέναντι στους «ζαλισμένους» από την παγκοσμιοποίηση. Μια ενοχή και μια σύστοιχη φοβία: Μην τους λέτε ποτέ ότι έχουν άδικο. Είναι οργισμένοι και αν φουντώσει η οργή τους, θα απειλήσει τη δημοκρατική τάξη. 
 
Δεν πρόκειται για τον συνήθη φόβο του πολιτικού κόστους. Πρόκειται για μια πιο ριζική ανασφάλεια των φιλελεύθερων ηγεσιών, που έχουν φτάσει να πολιτεύονται αμφιβάλλοντας για τις ίδιες τις αξίες τους.
 
Πουθενά δεν ήταν πιο έκδηλη η φιλελεύθερη ανασφάλεια όσο στην αντιπαράθεση για τον εμβολιασμό. Αρκεί να δει κανείς το ελληνικό παράδειγμα. Μια ηγεσία πεπεισμένη για το επιστημονικώς αυτονόητο δεν επέβαλε νωρίς την υποχρεωτικότητα στους υγειονομικούς – όπως δεν την επέβαλε κανείς, προτού σπάσει το ταμπού πρώτη η κυβέρνηση Ντράγκι. Και σε δεύτερη φάση, μετά την εμφάνιση της μετάλλαξης «Δέλτα», η κυβέρνηση στην Αθήνα αμφιταλαντεύτηκε για το αν έπρεπε να προβεί σε δραστικούς περιορισμούς στην κοινωνική ζωή των ανεμβολίαστων. Είχε υπερισχύσει αρχικώς η άποψη ότι ούτε η δημόσια υγεία δεν μπορεί να δικαιολογήσει περιστολή των δικαιωμάτων εκείνων που την αψηφούν. «Τι θέλετε να τους κάνουμε;» αναρωτιόταν τότε κυβερνητικός παράγοντας για τους ανεμβολίαστους. «Θέλετε να τους κόψουμε τη σύνταξη; Τι;».
 
Αυτοί οι δισταγμοί έμοιαζαν να είναι αποτέλεσμα μιας δίδυμης πίεσης: Από τη μία η κυβέρνηση κατηγορείται ότι «δεν προσπαθεί να πείσει»· κι από την άλλη, όταν υποδεικνύει, έστω και ρητορικά, τρόπους υγειονομικής συμπεριφοράς, κατηγορείται για ελιτισμό και διδακτισμό.
 
Η πίεση συντηρείται στο όνομα μιας διεστραμμένης εκδοχής του φιλελευθερισμού, που έχει πάντα πρόχειρη τη φενάκη του «ατομικού δικαιώματος» για να ντύσει τον πιο αντικοινωνικό ατομισμό. Το «δικαίωμα» αυτονομείται από την πολιτεία, η οποία το εγγυάται, σε βαθμό που ο φορέας του «έχει δικαίωμα» να στρέφεται ακόμη και εναντίον της. Στην κοιτίδα αυτού του αντιφιλελεύθερου ατομισμού, τις ΗΠΑ, εκείνοι που «έχουν δικαίωμα» μέχρι και να φέρουν αυτόματα πολεμικά όπλα στράφηκαν κατά των θεσμών. Τώρα στρέφουν τα «δικαιώματά» τους κατά της δημόσιας υγείας.
Κάπως έτσι, οι ανεμβολίαστοι εμφανίζονται ως «θύματα» καταπίεσης από ένα αυταρχικό κράτος, στο οποίο δεν χρωστάνε τίποτε. Δεν χρωστάνε καν στο κοινωνικό σύνολο, το οποίο οφείλει να τους περιβάλλει και να τους περιθάλπει, ακόμη κι όταν οι ατομικές «επιλογές» τους το αντιστρατεύονται.
 
Το ότι αυτόν τον ακραίο εγωτισμό υπερασπίζεται εδώ, εκτός από τη «λαϊκή Δεξιά», και η Αριστερά, δεν είναι βέβαια έκπληξη. Η Αριστερά αποκηρύσσει αυτό που ονομάζει «ατομική ευθύνη» στην πανδημία. Στην πραγματικότητα αποκηρύσσει την κοινωνική ευθύνη, υπέρ ενός εντελώς ανεύθυνου ατόμου που έχει μόνο «δικαιώματα». Αριστεροδεξιά αντιελίτ, υγειονομικώς αναρχοφιλελεύθερη.
 
Ο φόβος της πανδημίας υποσκελίζει αναγκαστικά τις φιλελεύθερες φοβίες. Η πανδημία κατάφερε απλώς να γίνει πιο απειλητική από τις μειοψηφίες.

Ghostbusters

Η ανακοίνωση του Κινήματος Αλλαγής για τον θάνατο του Ακη Τσοχατζόπουλου δεν ήταν ένας τυπικός αποχαιρετισμός. Ηταν μάλλον πολιτικός εξορκισμός, αφού η Χαριλάου Τρικούπη, πριν από τα συλλυπητήρια, έσπευσε να επισημάνει ότι «εδώ και πολλά χρόνια το ΠΑΣΟΚ είχε διαχωρίσει –με βάση τις αρχές και τις αξίες του– πλήρως και ριζικά τη θέση του απέναντι» στον Ακη. 

Και «πλήρως» και «ριζικά» και «απέναντι». Το κόμμα θύμισε έτσι μόνο του για ποιους λόγους ο εκλιπών κατάφερε, πέφτοντας ο ίδιος, να παρασύρει κι εκείνο σε ένα σπιράλ απονομιμοποίησης χωρίς επιστροφή. Θύμισε γιατί, μετά τη σύλληψη του Ακη, αυτό που λέγαμε ΠΑΣΟΚ χρειάστηκε να αλλάξει τόσες φορές το όνομά του.

Πολλοί εξεπλάγησαν που το Κίνημα Αλλαγής αισθάνεται ακόμη την ανάγκη να αποκηρύξει τον Τσοχατζόπουλο – που έδειξε να τον φοβάται ακόμη και νεκρό. Δεν θα έπρεπε να εκπλήσσονται. Η μόνη περιουσία του κόμματος είναι το παρελθόν του. Μόνο αυτό έχει να περισώσει. Γι’ αυτό και τα στελέχη του παίρνουν αυτομάτως θέση ghostbuster. «Απεταξάμην!». «Απεταξάμην!», μέχρι να τρομάξουν οι σκιές και να φύγουν.