ΑΠΟΨΕΙΣ

«Περιμενούσαμαν» του Ντούντα

Εν αντιθέσει με άλλους ξένους προπονητές, που έμειναν πολλά χρόνια στην Ελλάδα, αλλά δεν προσπάθησαν ποτέ να μιλήσουν δημοσίως ελληνικά, ο Ντούσαν Ιβκοβιτς δεν δίστασε. Δεν θυμάμαι πια, πώς θα μπορούσα, αν τα πρωτοχρησιμοποίησε στις συνεντεύξεις του το 1980, όταν ανέλαβε τον Αρη του Νίκου Γκάλη, ή μια δεκαετία αργότερα, όταν επέστρεψε ως προπονητής του ΠΑΟΚ. Το «περιμενούσαμαν» ωστόσο δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Είχε γίνει το σήμα κατατεθέν του. Τον είχαν ρωτήσει οι αθλητικοί δημοσιογράφοι «αν περίμενε τη νίκη της ομάδας του», κι αυτός απάντησε σε ηχηρά ελληνικά, «βλάχικα» όπως θα έλεγαν οι αυτόκλητοι αριστοκράτες που το ’βαλαν αμέτι μουχαμέτι να μας «ξεβλαχέψουν»: «Περιμενούσαμαν ότι θα παίξουμε καλά». 

Αλλο που δεν ήθελαν οι ρεπόρτερ. Για καιρό οι ερωτήσεις τους περιείχαν οπωσδήποτε το ρήμα «περιμένατε», ώστε η απάντηση του Ντούντα να περιέχει αναγκαστικά το «περιμενούσαμαν». Κρυφογελούσαν αυτοί που δούλευε η παγιδούλα τους, χασκογελούσαμε εμείς ακούγοντάς τον στην τηλεόραση, φέρνοντας στο μυαλό μας και τον Γιάτσεκ Γκμοχ. Δίχως κακία είναι η αλήθεια. Κι όχι μόνο επειδή το «περιμενούσαμαν» δεν απέχει και πολύ ηχητικά από κάποιους ιδιωματικούς τύπους με τους οποίους εκφέρεται το πληθυντικό πρόσωπο των ρημάτων μας. Αλλά και επειδή ο αυστηρός κατά τα λοιπά Ιβκοβιτς, και ηττημένος να ήταν, και τσαντισμένος με τους διαιτητές, ένα χαμόγελο θα το διέσωζε πάντα. Οχι το προσποιητό χαμόγελο των χειλιών, αλλά το λαμπερό του βλέμματος. Αυτή νομίζω ήταν και η κρίσιμη διαφορά του από δύο μονίμως μουτρωμένους προπονητές, τον Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς και τον Γιάννη Ιωαννίδη, στους οποίους οι αρχαίοι ημών θα καταλόγιζαν περίσσεια χολής. 

Ευφυής άνθρωπος ο Ιβκοβιτς (το «σοφός» που του πέταξε ειρωνικά κάποια στιγμή ο εκνευρισμένος Παναγιώτης Φασούλας το γύρισε σε τιμητικό παρανόμι), δεν άργησε να καταλάβει το παιχνίδι. Και μπήκε να παίξει κι αυτός. Κατά το κέφι της στιγμής, έπεφτε θεαματικά στην παγίδα, λέγοντας στα «παλιόπαιδα» το «περιμενούσαμαν» όσο στομφωδέστερα γινόταν, ή άρχιζε να το συλλαβίζει, πλην έσκαγε μια ωραία τρίπλα και πέταγε ένα συνώνυμο. Αγαπητό, λοιπόν, δεν τον έκαναν μόνο οι επιτυχίες του. 

Οι γαύροι βέβαια θα τον θυμόμαστε και για τις δύο Ευρωλίγκες: την παρθενική του 1997 και τη δεύτερη στην Πόλη, το 2012. Οσο θα βλέπουμε και θα ξαναβλέπουμε το νικητήριο πεταχτάρι του Γιώργου Πρίντεζη, θ’ ακούμε σίγουρα κι ένα «βάλ’ το μπρε». Ειπώθηκε – δεν ειπώθηκε.