ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο κόρακας των Βαρωσίων

Ο κόρακας ψηλά σε µπαλκόνι της ερειπωμένης πολυκατοικίας δίπλα στο λευκό Λύκειο Ελληνίδων χαλάει τη γιορτινή ατμόσφαιρα στο «Πάρκο του Τσαγιού», που στήθηκε στο προαύλιο του ελληνικού γυμνασίου, όπου οι σημαίες της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων κρύβουν την πρόσοψη με τα σβησμένα ελληνικά γράμματα. Κράζει μονότονα, ακούραστος. Καλύπτει το τιτίβισμα των τουριστών που κάθονται στα πλαστικά τραπεζάκια, εκεί όπου κόπηκαν οι θάμνοι και χόρτα μισού αιώνα για να αναδυθεί το αναψυκτήριο στο οποίο πήρε το τσάι του ο ψευδοσουλτάνος όταν έκανε τον γύρο του θριάμβου στην αιχμάλωτη πόλη πριν από ένα χρόνο. Ενα πουλμανάκι του δήμου Αμμοχώστου διασχίζει την πόλη. Μέσα σε ένα σύννεφο ντίζελ κυλάει πάνω σε φρεσκοστρωμένη άσφαλτο πίσω από τους λεηλατημένους ουρανοξύστες της παραλίας, ανάμεσα στα βυθισμένα στον βάλτο του χρόνου σπίτια που άφησαν οι κάτοικοι για λίγες ώρες τον Αύγουστο του 1974 και δεν επέστρεψαν ακόμη. Στο τέρμα, το τελευταίο αξιοθέατο της πόλης: η παραλία όπου, τον περυσινό Νοέμβριο, ο Ερντογάν έστησε το πικνίκ της αλαζονείας υπό βροχή.

Εκτός από τις κραυγές του κόρακα, και ενός Τούρκου στρατιώτη όποτε κάποιος επισκέπτης επιχειρήσει να φωτογραφίσει ένα κτίριο με τη σημαία του ΟΗΕ, τα Βαρώσια είναι βυθισμένα σε μια σιωπή τόσο απόλυτη που είναι σαν κάθε σταγόνα ζωής να ρουφήχτηκε από τον τόπο εδώ και δεκαετίες.

Η παραλία με τους έρημους ουρανοξύστες είναι γνωστή από φωτογραφίες που βλέπαμε εδώ και δεκαετίες. Ομως, τα Βαρώσια, το προάστιο των Ελληνοκυπρίων της Αμμοχώστου, στο οποίο ζούσαν 30.000 άνθρωποι και εργάζονταν χιλιάδες άλλοι, και που πλημμύριζε με τουρίστες κάθε χρόνο, ξαφνιάζει με μιαν απρόσμενη ομορφιά που διατηρεί. Τα εγκαταλελειμμένα και πλήρως λεηλατημένα κτίρια, οι επιχειρήσεις και σπίτια διατηρούν κάτι από την ομορφιά μιας εύρωστης κοινωνίας που πέθανε όρθια. Οι ταμπέλες των επιχειρήσεων, τα φανάρια στις διασταυρώσεις, τα παρκόμετρα υπογραμμίζουν τη σιωπή, την απόλυτη απουσία ζωής. Η ραγδαία ανάπτυξη που είδε το προάστιο να αποκτά 10.000 ξενοδοχειακές κλίνες σε λίγα χρόνια πριν από την καταστροφή δεν πρόλαβε να αλλοιώσει τους δρόμους του εμπορικού κέντρου. Αυτό το κατάφερε η τουρκική εισβολή και τα 47 χρόνια που πέρασαν έκτοτε. Χωρίς πόρτες και παράθυρα, πνιγμένα στη βλάστηση, τα κτίρια είναι έρμαια καιρού και χρόνου.

Τα Βαρώσια έγιναν σύμβολο της αδράνειας, της προσήλωσης σε ατέρμονες διαδικασίες, του βολέματος, της εξοικείωσης με το πρόβλημα που το κάνει ολοένα πιο δυσεπίλυτο.

Οι νέοι που έφυγαν γέρασαν μακριά από τον αγαπημένο τόπο, οι μεγαλύτεροι πέθαναν. Η πόλη που η Τουρκία κράτησε ως «διαπραγματευτικό χαρτί» μετατρέπεται σε «ανοικτό μουσείο». Τουρίστες με ποδήλατα και πατίνια απολαμβάνουν το παγωτό τους σε ένα σκηνικό εγκλήματος, φωτογραφίζονται γελαστοί με φόντο την καταστροφή. «Ερχονται οι Τούρκοι και καμαρώνουν για όσα διέπραξαν», σχολιάζει Τουρκοκύπριος φίλος που ελπίζει ακόμη στην επανένωση της Κύπρου μέσω μιας Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας.

Τα Βαρώσια, σιωπηλά και παράλυτα, δεν μετρούν μόνο τη σιωπή, δεν καταγράφουν μόνο τη βία της εισβολής και της κατοχής, μαρτυρούν τον χρόνο που πέρασε και που περνάει. Ο κόσμος προχώρησε, όλα αλλάζουν, βρισκόμαστε στο 2021, όμως το Κυπριακό μένει άλυτο. Και τα Βαρώσια έγιναν σύμβολο της αδράνειας, της προσήλωσης σε ατέρμονες διαδικασίες, του βολέματος, της εξοικείωσης με το πρόβλημα που το κάνει ολοένα πιο δυσεπίλυτο. Τα Βαρώσια παραμένουν όμηροι της Τουρκίας και της αδυναμίας των δύο πλευρών της Κύπρου να βρουν μια λύση. Οσες προτάσεις έγιναν για μερική λύση, που θα συμπεριλάμβανε τα Βαρώσια, προσέκρουσαν στο δόγμα ότι μόνο συνολική λύση είναι αποδεκτή.

Οι δυναμικές της διεθνούς κοινότητας πιέζουν την Τουρκία και τους Τουρκοκυπρίους χωρίς να συμβάλλουν σε λύση. Εως τώρα. Δύο ψηφίσματα του ΟΗΕ απαιτούν να κατοικηθεί η πόλη μόνο από τους κατοίκους της, υπό τη διοίκηση του ΟΗΕ. Η τουρκική πλευρά αρνείται να εφαρμόσει τα ψηφίσματα. Ομως, από το 1995, όταν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων εκδίκασε μεγάλη αποζημίωση για την Τιτίνα Λοϊζίδου, για τη στέρηση της περιουσίας της στα Κατεχόμενα, η Τουρκία πιέζεται να βρει λύση, καθώς την ευθύνη της περίκλειστης περιοχής έχει ο τουρκικός στρατός. Ετσι, η Τουρκία θέσπισε Επιτροπή Ακίνητης Περιουσίας για να προσφύγουν Ελληνοκύπριοι εκεί αντί για το ΕΔΑΔ, με το σκεπτικό ότι τις αποζημιώσεις θα πληρώνουν και οι Τουρκοκύπριοι. Η επιστροφή περιουσιών σε Ελληνοκυπρίους, ή η απόφασή τους να τις πουλήσουν, απαλλάσσει τους Τούρκους από ένα δυσβάσταχτο κόστος. Γι’ αυτό ο Ερντογάν και το ανδρείκελό του στα Κατεχόμενα, ο Ερσίν Τατάρ, πιέζουν την κατάσταση, λέγοντας ότι θα «ανοίξουν» το 3,5% των Βαρωσίων για εποικισμό.

Για περίπου δέκα χρόνια, μέλη της κοινωνίας των πολιτών από τις δύο πλευρές πιέζουν για λύση. Ο Μουσταφά Ακιντζί, τέως ηγέτης των Τουρκοκυπρίων, είχε προτείνει επιστροφή των Βαρωσίων στους κατοίκους του υπό τη διοίκηση του ΟΗΕ, με αντάλλαγμα το άνοιγμα του αεροδρομίου Τύμπου για διεθνείς πτήσεις. Η ελληνοκυπριακή πλευρά επιμένει σε συνολική λύση – μια λύση που τον τελευταίο καιρό φάνηκε να μην επιδιώκει. Εν τω μεταξύ, τα Βαρώσια καταρρέουν και κινδυνεύουν από το ενδεχόμενο της διχοτόμησης. Οι άνθρωποι που ελπίζουν σε λύση απογοητεύονται, χάνονται. Το αδιέξοδο απαιτεί λύση.