ΑΠΟΨΕΙΣ

Ασπρόπυργος

aspropyrgos0Τι ζητούσε η αντιπολίτευση στον Ασπρόπυργο; Ποιον σκοπό εξυπηρετούσε η εξόρμηση κλιμακίου του ΣΥΡΙΖΑ υπό τον γραμματέα του κόμματος στον καταυλισμό των Ρομά; Αν πιστέψει κανείς τον Δημήτρη Τζανακόπουλο, ο καταυλισμός ήταν το σκηνικό για να ακουστεί πιο δυνατά η έκκληση του κόμματος «να σταματήσουν οι παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη», η «συγκάλυψη», η «συκοφαντία», το «ψεύδος», ο «ρατσιστικός λόγος».

Αυτό το κατηγορητήριο –που καταγγέλλει παρέμβαση στη Δικαιοσύνη αορίστως, χωρίς να την εντοπίζει– συνιστά το ίδιο παρέμβαση. Συνιστά αυτοσχέδια ετυμηγορία πριν από την ετυμηγορία, που επιβεβαιώνει ότι το ίδιο το περιστατικό δεν ενδιαφέρει παρά μόνον ως οθόνη προβολής καπηλεύσιμων προκαταλήψεων.

Το κόμμα που εκπροσωπεί ο Τζανακόπουλος είχε ώριμη πολιτική τεχνογνωσία για να εκμεταλλευθεί τον θάνατο ενός πολίτη από σφαίρες αστυνομικού. Ο «μηχανισμός» που, σύμφωνα με την αντιπολίτευση, αυτομάτως απαλλάσσει τους αστυνομικούς πριν καν διερευνηθεί η νομιμότητα της δράσης τους στο πεδίο, αντιστοιχίζεται με τον δικό της εμπρηστικό μηχανισμό, που δεν κινείται για να βοηθήσει στη διαλεύκανση, αλλά για να βρει καύσιμη πολιτική ύλη. Για να βρει προσάναμμα για νέα μικροδεκεμβριανά.

Στο Πέραμα βλέπει κανείς να ενεργοποιείται πάλι η συμμαχία των αντίπαλων υπερβολών: από τη μία, η βιασύνη εκείνων που είναι έτοιμοι να δικαιολογήσουν «λίγη αυθαιρεσία» στο όνομα της ασφάλειας· και από την άλλη, το δόγμα που αντιμετωπίζει την αστυνομία ως εσωτερικό εχθρό.

Πώς η πολιτική εμποδίζει την αστυνομία να βελτιωθεί.

Μπορεί η πολιτεία να κρατήσει μέσα σε αυτό το κλίμα τη θεσμική της ψυχραιμία; Μπορεί η υπηρεσία να «επισκεφθεί» με επαγγελματική νηφαλιότητα τη νύχτα της Παρασκευής; Μπορεί να αξιολογήσει λεπτό προς λεπτό και μέτρο προς μέτρο την επιχείρηση καταδίωξης για να δει αν τηρήθηκαν τα πρωτόκολλα – και να συμπεράνει αν μας χρειάζονται νέα πρωτόκολλα; Είναι σε θέση η αστυνομία να μαθαίνει από τα λάθη της και να βελτιώνεται;

Αν κρίνει κανείς από την επικοινωνιακή πλαδαρότητα της πολιτικής ηγεσίας («ανθρωπιά, ηρεμία, ασφάλεια»), η αστυνομία αφήνεται να λειτουργήσει ως μαξιλάρι απορρόφησης των πολιτικών κραδασμών. Η τακτική αυτή, όμως, δεν λειτουργεί κατευναστικά. Κάθε άλλο. Φαίνεται να ενθαρρύνει εκείνους που βρίσκουν πάντα στα Σώματα Ασφαλείας τον ιδανικό «αντιπολιτευτικό» στόχο.

Το αποτέλεσμα είναι ένα διπλό πολιτικό βραχυκύκλωμα στην ΕΛ.ΑΣ. Η Δεξιά θέλει δραστική αστυνομία, αλλά μόνο λιβανίζοντάς την δεν τη βοηθάει να υπάρξει. Και η Αριστερά θέλει «δημοκρατική» αστυνομία, την ώρα που μετατρέπει τα στελέχη της σε ανθρώπινους στόχους των ιδεασμών της.

Το έργο το έχουμε ξαναδεί. Αλλά τα τελευταία δύο χρόνια η «ηρεμία» και η «ασφάλεια» έμοιαζαν ώς ένα βαθμό να έχουν κατακτηθεί. Τυχόν αβουλία θα αρκούσε για να θέσει σε διακινδύνευση το νωπό κεκτημένο.