ΑΠΟΨΕΙΣ

«Να ’χα του Σολομού το νου»…

Το «Άσμα Ασμάτων», κορυφαίο λυρικό επίτευγμα, έχει βάλει πολλούς σε μεταφραστικό πειρασμό. Δηλαδή σε ενδογλωσσική μετάφραση της μεταγλώττισης από τους Εβδομήκοντα (και δύο) ελληνομαθείς Εβραίους λογίους, τον 3ο αιώνα π.Χ., του εβραϊκού ποιητικού κειμένου, που απέκτησε την τελική του μορφή πιθανότατα την περίοδο 450-400 π.Χ. Εως το 2015, γράφει η Κίρκη Κεφαλέα στο διεξοδικό βιβλίο της «Κραταιά ως θάνατος αγάπη» (Gutenberg, 2015), οι ελληνικές μεταφράσεις ήταν ήδη 28, με πλέον επώνυμη του Γιώργου Σεφέρη. «Από τότε», προσθέτει ο ποιητής Ιωσήφ Βεντούρας προλογίζοντας την πρόσφατη δική του μετάφραση (εκδόσεις Νίκας), «κάθε χρόνο εμφανίζεται μία τουλάχιστον νέα». 

Η μετάφραση του Σεφέρη λειτούργησε κανονιστικά, παρά τα προβλήματά της, πολλά από τα οποία υπέδειξε ο Ξενοφών Κοκόλης στο βιβλίο του «Ο μεταφραστής Σεφέρης: Αρνητική κριτική» (Καστανιώτης, 2001). Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα παρατηρούμε στις μετασεφερικές δοκιμές να χρησιμοποιείται σαν οιονεί πρωτότυπο η μετάφραση του Σεφέρη, η οποία παραφράζεται ή χύνεται σε έμμετρο στίχο. Ο ανασκευαστής μεταφράζει στίχους που δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο που δημοσιεύει, ταυτόσημο με το πρωτότυπο που δημοσίευσε και ο Σεφέρης. Προφανώς, στην τυπογραφική επεξεργασία της σεφερικής έκδοσης παράπεσαν οι στίχοι αυτοί, και ενώ πια ο ίδιος ο ποιητής μας τους είχε μεταφράσει, όπως προκύπτει από τη «μεταγραφή» του· η οποία, το ξαναλέω, χρησιμοποιήθηκε σαν πρωτότυπο αντί του κειμένου των Εβδομήκοντα.

Ο Βεντούρας, που επιλέγει την πιστή κατά λέξη απόδοση και όχι την ελευθερωμένη ποιητική μετάφραση, μας ξεναγεί στις διαφορετικές αντιφατικές αναγνώσεις του ποιήματος (την ερωτική-αισθησιακή, τη ραβινική, τη ρεαλιστική, τη φεμινιστική) και μας προσφέρει στοιχεία για τη βιβλική στιχουργική και τον εβραϊκό μυστικισμό. Δύο ακόμα όπλα της έκδοσης: Πρώτον, ο Βεντούρας παραθέτει τους στίχους και στα εβραϊκά, μεταγράφοντάς τους φωνητικά στα ελληνικά, με την (όχι μάταιη) προσδοκία ότι θα αποκτήσουμε «μια αυθεντική αίσθηση της μουσικής του ποιήματος». Και δεύτερον, κάτω από κάθε στίχο δημοσιεύει τις αλληλοσυγκρουόμενες ερμηνείες που έχουν κατατεθεί κατά καιρούς σε ποικίλες γλώσσες, ορισμένες από τις οποίες δεν είναι απλώς προσπάθειες αποκωδικοποίησης του ποιήματος αλλά εγχειρήματα προσεταιρισμού του, λίγο-πολύ διανοητικά βίαιου.

Ο ίδιος δηλώνει ευθέως πώς εννοεί το ποίημα. Κατ’ αρχάς απορρίπτει την αλληγορική ερμηνεία του, που έχει παραγάγει θρησκευτικού προσανατολισμού διανοήματα νόστιμα μεν πλην αστήριχτα. «Η προσπάθεια αλληγορικής προσέγγισης του “Ασματος”», γράφει, «είναι εξαιρετικά δύσκολο να υποστηριχθεί από το κείμενο με συνέπεια». Πράγματι, πόσο εύκολο είναι να πιστέψει ένας τρίτος ότι, λ.χ., οι στίχοι «Ας με φιλήσει με φιλιά του στόματός του / διότι καλύτερος ο έρωτάς σου από το κρασί» (ο μεταφραστής μάς ενημερώνει ότι στην εβραϊκή ποίηση είναι συνηθισμένη η αλλαγή από το τρίτο πρόσωπο στο πρώτο) ενδέχεται να έχουν το εξής νόημα: «Ευλογητός ο Κύριος που μας έδωσε τον Νόμο, επικοινωνώντας πρόσωπο με πρόσωπο όπως ένας που δίνει τα φιλιά του»;

Αντί της αλληγορικής ερμηνείας, ο Βεντούρας επιλέγει την ερωτική, συντάσσεται δε ανεπιφύλακτα με όσους πρεσβεύουν ότι το ποίημα έχει γυναίκα δημιουργό. Ανάμεσά τους η ψυχαναλύτρια Τζούλια Κρίστεβα, που, όπως λέει στο εισαγωγικό της σημείωμα η Κίρκη Κεφαλέα, θεωρεί ότι η Σουλαμίτισσα είναι «η πρώτη γυναίκα-υποκείμενο στην παγκόσμια λογοτεχνία». 

«Ασμα Ασμάτων». Ο Βεντούρας απορρίπτει την αλληγορική ερμηνεία του, που έχει παραγάγει θρησκευτικού προσανατολισμού διανοήματα νόστιμα μεν πλην αστήριχτα.

Ποιος ήταν λοιπόν ο Σαλωμών/Σολομών, ο Ιδεδί όπως τον είχε ονομάσει ο προφήτης Νάθαν, σύμφωνα τουλάχιστον με το «Β΄ Βασιλειών», γιατί κατά το Ταλμούδ τον είχε ονομάσει Γιεντιντιά (ο αγαπημένος); Κατά το «Βασιλειών Γ΄», «έδωκεν κύριος φρόνησιν τω Σαλωμών πολλήν σφόδραν και χύμα καρδίας ως η άμμος η παρά την θάλασσαν, και επληθύνθη Σαλωμών σφόδρα υπέρ την φρόνησιν πάντων αρχαίων ανθρώπων και υπέρ πάντας φρονίμους Αιγύπτου».

«Ο Σολομώντας ήταν βασιλιάς, γιος βασιλέως· ο σοφός γιος ενός σοφού πατέρα· το ευσεβές παιδί ενός ευσεβούς πατέρα», διαβάζουμε στο Ταλμούδ (βλ. «Το Ταλμούδ (ανθολόγιο)», μετάφραση Ειρήνη Παπαδημητρίου, επιμέλεια Ντίνα Σαμοθράκη, εκδόσεις Αρμός 2005, σ. 257). Πέντε βιβλία έγραψε ο Δαβίδ, τρία ο γιος του: τις «Παροιμίες», τον «Εκκλησιαστή» και την «ωδή» «Ασμα Ασμάτων». «Δεν ήταν μόνο στα ιερά λόγια που ανέβαζε το επίπεδο της μαθήσεως», εκθειάζει το «Ταλμούδ» τον Σολομώντα. «Αυτός κατείχε άριστα τις επιστήμες της Φυσικής Φιλοσοφίας, της Φυσιολογίας, της Βοτανικής, της Γεωπονίας, των Μαθηματικών σε όλους τους κλάδους της, της Αστρονομίας, της Χημείας και, για την ακρίβεια, όλες τις χρήσιμες επιστήμες. Δίδασκε επίσης Ρητορική και τους κανόνες της ποίησης. Ηταν επίσης ειδήμων στην παρηχητική και αλφαβητική στιχοποιία».

Πανεπιστήμων και πάνσοφος λοιπόν. Και επιπλέον μέγας ερωτικός. Αλλά και μέγας διπλωμάτης, αν λάβουμε υπόψη μας ότι ανάμεσα στις χίλιες επίσημες συζύγους και παλλακίδες του κάποιες ήταν «αλλότριες», ξένες, ώστε διά των γάμων να καλλιεργηθούν σχέσεις καλής γειτονίας και συμμαχίας: «Και ο βασιλεύς Σολομών ην φιλογύναιος· και ήσαν αυτώ άρχουσαι επτακόσιαι και παλλακαί τριακόσιαι. Και έλαβεν γυναίκας αλλοτρίας και την θυγατέρα Φαραώ, Μωαβίτιδας, Αμμανίτιδας, Σύρας και Ιδουμαίας, Χετταίας και Αμορραίας («Βασιλειών Β΄»).

Αυτός είναι σίγουρα ένας από τους λόγους που το ελληνικό δημοτικό τραγούδι τον μνημονεύει θαυμαστικά, σε ερωτολογικό δίστιχο πανελλαδικής εξάπλωσης: «Να ’χα του Σολομού το νου και του Δαβίδ την γνώση / ήθελε να σου τραγουδώ ώσπου να ξημερώσει» (στη ναξιώτικη εκδοχή). Η ανεκπλήρωτη ευχή μετατρέπεται σε βεβαιότητα στον εγκωμιασμό του νεκρού παλικαριού, σε μοιρολόι της Ιθάκης, αποθησαυρισμένο από τον Φώτο Γιοφύλλη (με το ψευδώνυμο Σπύρος Μουσούρης): «Τι όμορφος νιος που χάθηκε! Κι όμορφα δεν τον κλαίνε, / που ’χε του Σολομού το νου και του Δαβίδ τη γνώση / και του Σαμψών τη δύναμη, π’ άλλος δεν είχε τόση».

Αφού λοιπόν βρισκόμαστε στην περιοχή της λαϊκής ποίησης, από την οποία φαίνεται πως έχει αρδευτεί το «Ασμα», ας πούμε ότι η σύγκριση του κρασιού με τον έρωτα που κάνει ο δημιουργός του απαντά βεβαίως και στα ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Ιδού ένα δίστιχο αποθησαυρισμένο από τον Ιωάννη Κονδυλάκη:

«Το κόκκινό σου μάγουλο όποιος κι αν το φιλήσει, / δίχως κρασί, δίχως ρακή να πιει θενά μεθύσει». Και ένα τετράστιχο της συλλογής του Γεωργίου Δροσίνη: «Το παλικάρι βλέποντας πόδι ζωγραφισμένο, / δίχως ρακί, δίχως κρασί μεθάει το καημένο, / μεθάει και τρελαίνεται κι από το νου του βγαίνει· / στάμνες νερού τού χύνουνε κι η γνώση του χαμένη!» Το ’παθε λοιπόν και ο Σολομών αυτό, όπως διαβάζουμε στο «Βασιλειών Γ΄». Αφοσιώθηκε με πάθος στις πολλές γυναίκες του, ιδίως τις ξένες, κι αυτές του γύρισαν τον νου: «Εξέκλιναν αι γυναίκες αι αλλότριαι την καρδίαν αυτού». Κι έφτασε να λατρεύει την Αστάρτη, τον Μιλκώμ και τον Χαμώς. Και βεβαίως, «ωργίσθη Κύριος επί Σαλωμών».