ΑΠΟΨΕΙΣ

Γιατί τα σχολεία πρέπει να μένουν ανοικτά

Κοινωνία χωρίς σωστά παιδιά δεν έχει μέλλον, και για τη συντριπτική πλειονότητα των παιδιών μας, στην εποχή μας, σωστά παιδιά δίχως σχολείο δεν φτιάχνονται

Κοινωνία χωρίς σωστά παιδιά δεν έχει μέλλον, και για τη συντριπτική πλειονότητα των παιδιών μας, στην εποχή μας, σωστά παιδιά δίχως σχολείο δεν φτιάχνονται. Χωρίς να υποτιμούμε την τεράστια σημασία που έχει η οικογένεια και, κατά κύριο λόγο, οι γονείς, καθ’ όλη τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, ξεκινώντας από το βρέφος, το νήπιο, το παιδί, την/τον έφηβο, μέχρι και τη νέα και τον νέο, το σχολείο έχει κεντρική θέση στην ψυχοσωματική υγεία, μόρφωση, εκπαίδευση και ψυχοκοινωνική ανάπτυξη ενός ανθρώπου. Το σχολείο τελικά συμμετέχει στη διαμόρφωση του σωστού ενηλίκου ατόμου, έτσι ώστε «να ευτυχούν οι οίκοι και να ευνομούνται οι πόλεις», όπως ανέφερε ο Πυθαγόρας. Kαι να ευτυχεί και το άτομο και το κοινωνικό σύνολο, θα διευκρίνιζα εδώ.

Γνωρίζουμε σήμερα τις τεράστιες και ραγδαίες αναπτυξιακές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στον ανθρώπινο εγκέφαλο από το τρίτο τρίμηνο της εμβρυϊκής ζωής μέχρι τα 25-27 χρόνια ενός ανθρώπου, και τη μεγάλη σημασία που έχει το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον στηνδιαμόρφωση και των δύο επόψεων της προσωπικότητας, δηλ. του ταμπεραμέντου (ψυχική ιδιοσυστασία) και του χαρακτήρα. Στην αναπτυξιακή περίοδο της ζωής, ο εγκέφαλος, αλλά και όλο το γενετικό υπόστρωμα ή, όπως λέμε, το γονιδίωμα του ατόμου, είναι ιδιαιτέρως πλαστικά, και συνεπώς ευάλωτα και στα καλά και στα κακά ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Εδώ δρα η λεγόμενη «επιγενετική», ένας αριστοτελικός όρος, που αντιστοιχεί στις μακρόχρονες αλλαγές που επιβάλλει το περιβάλλον στο γενετικό υπόστρωμα ενός ανθρώπινου οργανισμού. Αλλαγές που επηρεάζουν σχεδόν όλες τις λειτουργίες του, και κυριότερα αυτές που ρυθμίζουν την όλη συμπεριφορά, την ψυχοσωματική υγεία, την κοινωνικότητα, και την ευτυχία.

Η πανδημία COVID-19, που δυστυχώς μας ταλαιπωρεί ακόμα, έφερε πολλές αλλαγές στη ζωή μας που έχουν επηρεάσει αρνητικά τα παιδιά, και άμεσα και έμμεσα. Η διά ζώσης διδασκαλία στα σχολεία διαταράχτηκε σημαντικά με την αρχική καραντίνα –τότε που ξέραμε πολύ λίγα για τη νόσο–, η οποία ήταν απόλυτα δικαιολογημένη, αλλά και με τις προσαρμογές που γίνονταν στη συνέχεια. Η εξ αποστάσεως διδασκαλία μέσω του Διαδικτύου, ευτυχώς, βοήθησε εν μέρει τη διαδικασία της σχολικής διδασκαλίας και μάθησης, ειδικά στο μέρος του πληθυσμού που είχε τα υλικά μέσα και τις δεξιότητες να προσαρμοστεί. Κατά κάποιο τρόπο, όμως, η λύση του Διαδικτύου αύξησε την κοινωνική ανισότητα όσον αφορά την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών για τα παιδιά και επέβαλε ιδιαίτερα βάρη στις εργαζόμενες μητέρες, που εκείνες κυρίως ανέλαβαν τη μαθησιακή υποστήριξη των παιδιών στο σπίτι.

Μένοντας εκτός σχολείου, τα παιδιά προφανώς έχασαν την κοινωνικοποίηση και κανονικότητα που προσφέρει το τελευταίο, υποβλήθηκαν, όπως όλοι μας, σε απώλεια της ελευθερίας τους, –ένα ισχυρό στρεσογόνο ερέθισμα από μόνο του–, η πλειονότητα έχασε την ευκαιρία της άσκησης και του παιχνιδιού, πολλά είχαν αύξηση του σωματικού τους βάρους και ελάττωση της μυϊκής τους μάζας, πολλά ασχολήθηκαν υπερβολικά με τις διάφορες «οθόνες» τους, και πολλά έχασαν τον ποιοτικό ύπνο τους. Πάμπολλες μελέτες κατά την πανδημία δείχνουν σημαντικά αυξημένη ψυχολογική και σωματική παθολογία στα παιδιά μας, καθώς και μεγάλη ακαδημαϊκή απώλεια σε πολλά παιδιά, παρά τη διαδικτυακή διδασκαλία. Η βλάβη που έχει ήδη επιφέρει η πανδημία στα παιδιά –εν μέρει αλλά σημαντικά και μέσα από την απώλεια του διά ζώσης σχολείου– είναι αποδεδειγμένη, και το κόστος και για αυτά και για την κοινωνία είναι μεγάλο.

Η σημαντικά αυξημένη ψυχολογική και σωματική παθολογία που έχει επιφέρει η πανδημία στα παιδιά –και μέσα από την απώλεια του διά ζώσης σχολείου– είναι αποδεδειγμένη.

Ας δούμε όμως, από την άλλη μεριά, τα δεδομένα που υπάρχουν για την επίδραση του ανοιχτού σχολείου στην επιδημιολογία της πανδημίας σήμερα, που πλέον διαθέτουμε γνώση, τεστ, εμβόλια, και φάρμακα. Κατ’ αρχήν, και στη χώρα μας και στο εξωτερικό, και με προϋπόθεση τη λήψη των γνωστών πλέον μέτρων προφύλαξης και από τα παιδιά και από τους διδάσκοντες, και με τον ουδό του 50% συν ένα για το κλείσιμο ενός τμήματος που ισχύει σε εμάς, το φθινόπωρο που μας πέρασε, ελάχιστα τμήματα έκλεισαν, ενώ η μετάδοση της νόσου από τα παιδιά προς το σύνολο ήταν επιδημιολογικά μικρή και σχετικά ανεκτή. Η καινούργια οδηγία για τον περιορισμό της καραντίνας στις πέντε ημέρες για όσους νοσούν και γίνονται ή είναι εξ υπαρχής ασυμπτωματικοί, φυσικά με τις πλήρεις προφυλάξεις, είναι συνετή από κοινωνικής πλευράς, καθώς η μεταδοτικότητα του ιού είναι χαμηλή και το σχολείο και η κοινωνική και οικονομική ζωή συνεχίζονται με το λιγότερο δυνατό κόστος.

Η παραλλαγή «Δέλτα» του κορωνοϊού υποχωρεί, η παραλλαγή «Ομικρον» με την αυξημένη μεταδοτικότητα και μικρότερη παθογονικότητα προοδευτικά υπερισχύει, το κύμα κρουσμάτων γιγαντώνεται, οι νοσηλείες αυξάνονται κάπως, όμως οι εισαγωγές στις μονάδες εντατικής θεραπείας και οι θάνατοι παραμένουν σε σχετικά σταθερούς, διαχειρίσιμους αριθμούς. Αν δεν έχουμε κάποια καινούργια έκπληξη από αυτόν τον «πανέξυπνο» ιό, η πρόβλεψη είναι ότι την ερχόμενη άνοιξη θα απαλλαγούμε από τον βρόχο που αυτός μας έχει επιβάλει τα δύο τελευταία χρόνια. Βέβαια, όπως η επιδημιολογία του ιού και η επιστήμη και η τεχνολογία θα εξελίσσονται, οι οδηγίες των ειδικών προς το σύνολο θα προσαρμόζονται ανάλογα, μέχρι την τελική νίκη της ανθρωπότητας. Ελπίζω σύντομα. Αλλωστε, «τα πάντα ρει». Εκεί που όλοι συμφωνούν, όμως, είναι ότι τα σχολεία πρέπει «πάση θυσία» να μένουν ανοιχτά για το καλό των παιδιών, της οικογένειας και της κοινωνίας.

* Ο κ. Γεώργιος Π. Χρούσος, MD, MACP, MACE, FRCP, είναι ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, διευθυντής στο Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Υγείας Μητέρας, Παιδιού και Ιατρικής Ακριβείας, επικεφαλής στην Εδρα UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής.