ΑΠΟΨΕΙΣ

Υπάρχει μόνο ένα άκρο;

Από όλα τα ιστορικά παρατράγουδα που διεκδικούν εσχάτως χώρο στην προεκλογική σκηνή, το πιο διασκεδαστικό ήταν εκείνοι οι νεοδημοκράτες που δικαιολόγησαν το σέβας τους προς το πεσμένο στέμμα ως έκφραση των «αυθεντικών» αξιών του κόμματός τους. Είναι δηλαδή τι; Βασιλοκαραμανλικοί;

Ακούγεται σαν σύντομο ανέκδοτο. Κι όμως, σε μια επίδειξη ανεπίγνωστου μεταμοντερνισμού, εμφανίζονται ως πουριτανοί της Δεξιάς εκείνοι που νοσταλγούν και τον αποκαθηλωμένο θεσμό και τον ηγέτη που εγγυήθηκε τη βελούδινη αποκαθήλωσή του. Και με τον βασιλιά και με τον βασιλοκτόνο. Αυτή η ασυνάρτητη χρήση του παρελθόντος καταλήγει μάλλον να συκοφαντεί την πορεία του κόμματος: Οι αυτοαποκαλούμενοι υπερήφανοι Δεξιοί, αντί να επικαλούνται τη μεταπολιτευτική εποποιία της Ν.Δ. –και δη του ιδρυτή της, χωρίς τον οποίο θα ήταν αδιανόητη η αναίμακτη θεμελίωση της δημοκρατίας– ανασυναρμολογούν την ταυτότητά τους με υλικά από τη λειψανοθήκη της προμεταπολιτευτικής Δεξιάς.

Η σημερινή Δεξιά δεν είναι αυτό που ήταν. Είναι αυτό που έγινε στα πενήντα χρόνια της εξέλιξής της από την επανίδρυσή της. Χάρη στον Καραμανλή, αναμετρήθηκε με τα ιστορικά σφάλματα που τη βάραιναν. Ο ίδιος ενσάρκωσε αυτή την αναθεώρηση αφού είχε αναδειχθεί από το μετεμφυλιακό σύστημα που ανέτρεψε.

Θα άξιζε κανείς να αναρωτηθεί αν πέρασε και η Αριστερά από μια ανάλογη διαδικασία ριζικής αναθεώρησης του εαυτού της. Αν αναμετρήθηκε ποτέ με τα δικά της φαντάσματα. Υπήρχαν βέβαια πολλοί στους κόλπους της που συντάχθηκαν με το «ευτυχώς, χάσαμε». Αλλά δεν ήταν εκείνοι που έμειναν στο «μαγαζί». Δεν ήταν εκείνοι που επαγγέλλονταν την «πρώτη φορά Αριστερά» ως ιστορική ρεβάνς. Ούτε οι ίδιοι που τώρα ξορκίζουν –με αφορμή το εγχείρημα του αποκλεισμού των νεοναζί από τις εκλογές– τη «θεωρία των δύο άκρων».

Για την Αριστερά δεύτερο άκρο δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο το άκρο της Δεξιάς όπου τσουβαλιάζονται οι φολκλόρ βασιλόφρονες και οι μαχαιροβγάλτες της Χρυσής Αυγής, ενίοτε μαζί με τη Ν.Δ., που με μεγάλη αντιπολιτευτική άνεση καταγγέλλεται ως ακροδεξιά και φασιστική.

Για την Αριστερά δεν είναι ακραίο να αρνείσαι την «αστική» δημοκρατία και να προπαγανδίζεις ανοιχτά την ανατροπή της. Δεν είναι ακραία η βία των μολότοφ ή των αυτόκλητων τιμωρών. Δεν υπάρχει Ακροαριστερά.

Θέλουν, λέει, η ρύθμιση για τους νεοναζί να είναι «στοχευμένη». Τι σημαίνει αυτό; Υπάρχουν μαύρα και κόκκινα ποινικά αδικήματα; Μπορούμε να φανταστούμε εγκληματικές οργανώσεις που θα άξιζαν τον μανδύα του κόμματος;

Είναι πια βαρετή αυτή η συζήτηση. Βαρετή και άχρηστη. Την ανακινούν όμως αυτοί που δεν θα μπορούσαν να σταθούν χωρίς τις ζωτικές τους φοβίες. Που έζησαν και ζουν με μια μυθολογία αυτοθυματοποίησης και αυτοδικαίωσης. Που δεν αναθεώρησαν ποτέ καραμανλικώς τον παραταξιακό εαυτό τους.

Τζασίντα

Η εικόνα της Νεοζηλανδής πρωθυπουργού είναι αρκετή για να προκαλέσει καταθλιπτικούς συνειρμούς στον Ελληνα ψηφοφόρο. Το εκλογικό «μενού» είναι φτωχό. Ακόμη κι όταν βρίσκει κυβερνητική λύση της αρεσκείας –ή της ανοχής– του, η γκάμα των υποψηφίων είναι πολύ στενή – στο φύλο, στην ηλικία μέχρι και στο επάγγελμα. Είναι ελάχιστες οι επίδοξες Τζασίντες – που θα μπορούσαν να εκπροσωπούν τις αξιακές αλλαγές που έχουν ήδη συντελεστεί στην κοινωνία. Αντιθέτως, υπάρχει υπερπλεόνασμα μεσήλικων δικηγόρων. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κάνει ένα βήμα με την υποχρεωτική ποσόστωση. Η Ν.Δ. παρά τις επίμονες προσπάθειες δεν έχει καταφέρει ακόμη να σπάσει τον αλγόριθμο του νεποτισμού, που ανακυκλώνει αυτομάτως πρόσωπα από την παλιά στελεχική δεξαμένη, ακολουθώντας τον νόμο του αίματος. (Θα άξιζε κανείς να μετρήσει στις λίστες της τους κατιόντες απόμαχων πολιτικών που κληρονόμησαν ή φιλοδοξούν να κληρονομήσουν έδρες.) Ο πρωθυπουργός υπόσχεται ότι η κυβέρνησή του, ακόμη κι αν είναι αυτοδύναμη, δεν θα είναι μονοκομματική. Η επιτυχία της δεν θα κριθεί, όμως, μόνο από την πολιτική, αλλά και από τη δημογραφική της ποικιλία.     

«Καλογρ 35»

Εστηνε τα κανάλια όπως ο Αλέφαντος τις ενδεκάδες με τα κεφτεδάκια.