ΑΠΟΨΕΙΣ

Τόπος είναι το σπίτι

​Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για την ταινία του Τσάι Μινγκ Λιανγκ «Αδέσποτα σκυλιά». Ο γεννημένος στη Μαλαισία Ταϊβανός σκηνοθέτης έχει λίγους, φανατικούς θαυμαστές του έργου του. Ενός έργου ιδιοσυστασιακού, με μια προσωπική αντίληψη του φιλμικού χρόνου και πλάνα αισθητικής αρτιότητας που υπνωτίζουν («Τι ώρα είναι εκεί», «Η τρύπα», «Ταξιδιάρικα σύννεφα», κ.ά.), ελάχιστα γνωστού στη χώρα μας. Αρα, πρόκειται να αναφερθούμε σε μια ταινία, βραβευμένη μεν πριν από δύο χρόνια στη Βενετία, που προβλήθηκε μια μόνον εβδομάδα στην Αθήνα και από την ερχόμενη Πέμπτη θα φιλοξενηθεί στο «Ολύμπιον», στη Θεσσαλονίκη. Οπότε, πρόταση για «μην τη χάσετε» δεν μπορεί να αποτελέσει. Οχι μόνο γιατί δεν προβάλλεται αλλά και γιατί είναι απρόσμενο να «συναντηθεί» με τον θεατή. Εχει κάτι απελπιστικά αργό και επαναλαμβανόμενο, για το οποίο θα μπορούσαν πολλά να ειπωθούν ή και απολύτως τίποτα.

Σιωπή. Οπως και στην ταινία. Ενας πατέρας, που βγάζει ένα γλίσχρο ημερομίσθιο στη σύγχρονη Ταϊπέι, δουλεύοντας ως άνθρωπος – πινακίδα, διαφημίζοντας πολυτελή διαμερίσματα, ζει σ’ ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο με τα δυο μικρά παιδιά του. Σαν άστεγος, απλώς έχει τα χρειώδη. Επί ώρες, όρθιος, σε μια υπερυψωμένη νησίδα πολυσύχναστης λεωφόρου, με τον αέρα και τη βροχή να τον μαστιγώνουν, κρατάει την πινακίδα με τις απαραίτητες πληροφορίες. Ακίνητος. Μερικές φορές ο φακός τον πλησιάζει και είναι το πρόσωπό του οργισμένο, τα μάτια του κόκκινα. Κλαίει; Κραυγάζει εντός του; Κανείς δεν μπορεί να πει. Κάποιες στιγμές μουρμουρίζει ένα ποίημα – τραγούδι.

Αναζητώντας λεπτομέρειες, διαπιστώσαμε ότι είναι ένα κινέζικο, πατριωτικό, ποίημα που γράφτηκε από τον διοικητή Γιούε Φέι, τον 12ο αιώνα, στη διάρκεια των πολέμων των Δυναστειών, δημοφιλές στη χώρα του. Σε μια πρόχειρη μετάφραση: «Στέλνω μια διαπεραστική κραυγή στους ουρανούς / η γενναία καρδιά μου χάνει την ελπίδα / τα κατορθώματά μου δεν είναι τίποτε άλλο από λάσπη και σκόνη / Ω, τι ματαιόδοξος πόνος / Η ντροπή της ήττας δεν έχει ακόμα ξεπλυθεί».

Ηττημένος όμως νιώθει και ο ήρωας. Οι άνθρωποι πινακίδες εργάζονται οκτώ ώρες την ημέρα και δεν επιτρέπεται να κάνουν τίποτε άλλο στη διάρκεια αυτή, κάνοντας μόνο μικρά διαλείμματα για να πιουν νερό ή να πάνε στην τουαλέτα.

Ο πατέρας προσπαθεί να συντηρήσει τα δύο παιδιά του – και οι τρεις θρέφονται από τις συσκευασμένες τροφές ενός σούπερ μάρκετ, που περισσεύουν στο τέλος της ημέρας, πλένονται σε δημόσια (;) λουτρά, που απέχουν αρκετά από το κατάλυμά τους. Περιγράφουμε ένα πολύ αφαιρετικό σκελετό μιας σύνθετης ιστορίας.

Η πόλη γύρω τους είναι σαν να τους έχει στραμμένη την πλάτη. Σαν να μην τους βλέπει, να είναι αόρατοι. Κι αυτοί κάπως έτσι επιβιώνουν, γλιστρώντας ανάμεσα στο πλήθος.

«Οι πόλεις που ζούμε αλλάζουν συνεχώς. Είναι σαν να ζούμε σε ένα γιγάντιο εργοτάξιο. Φροντίζω να μη λείπουν ποτέ αυτές οι αστικές σκηνές από τις ταινίες μου. Μας θυμίζουν τι χάνουμε. Εχουν μια συναισθηματική έκκληση, όπως ακριβώς και οι χαρακτήρες μου με τις ιστορίες που μας διηγούνται», σχολιάζει ο Τσάι Μινγκ Λιανγκ σε συνέντευξή του.

«Συναισθηματική έκκληση»; Προς ποια κατεύθυνση; Οι ήρωες κυκλοφορούν χωρίς «πυξίδα». Χωρίς προορισμό. Οι σύγχρονες πόλεις, μοιάζει να λέει ο Λιανγκ, δεν συνενώνουν τους ανθρώπους. Είναι χωρίς σημεία συνάντησης. Αλλάζουν, και στην αλλαγή αυτή πολλοί χάνονται, δεν συμπεριλαμβάνονται, μένουν στο περιθώριο. Τόπος είναι το σπίτι, από το οποίο φεύγεις για να επιστρέψεις, καθημερινά, τελετουργικά, υπνωτιστικά. Οι ήρωες της ταινίας όταν βρεθούν σε σπίτι, έστω και ιδιόμορφο, περισσότερο σκηνικό παρά κατοικία, αποκτούν προορισμό. Και τότε μόνον παύουν να είναι «αδέσποτοι».