ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενα βήμα, ένα ταξίδι

Μία εβδομάδα μετά την παράσταση της «Νέκυιας», από το θέατρο Νο της Ιαπωνίας, στην Επίδαυρο, έχει απομείνει μέσα μου ένας ήχος, σαν θρόισμα. Oπως ένα γυμνό πέλμα που πατάει ελαφριά πάνω σε ξερά φύλλα. Η συνύπαρξη του Μιχαήλ Μαρμαρινού, στη σύλληψη, σκηνοθεσία, δραματουργική επεξεργασία, με τον 56ο μέγα δάσκαλο Ροκουρό Γκενού Ουμεουάκα παρήγαγε κάτι περισσότερο από ένα καλλιτεχνικό γεγονός. Δεν ήταν μόνο η συνάντηση Δύσης και Ανατολής, μέσα από τη Ραψωδία λ της «Οδύσσειας» του Ομήρου, στην αναντικατάστατη μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη, ή η συνύπαρξη δύο κόσμων και πολιτισμών σε ένα μοναδικό αρχαίο θέατρο, με τη συμβολή Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.

Ουσιώδη και ευανάγνωστα, και τα δύο, στην παράσταση.

Η επίσκεψη του Οδυσσέα στον κάτω κόσμο «του ερέβους» για να πάρει χρησμό από τον νεκρό μάντη Τειρεσία για το τέλος τού, ασυντέλεστου ακόμα, νόστου του, βρήκε στο αυστηρά καθορισμένο τυπικό του γιαπωνέζικου θεάτρου Νο έναν μοναδικό συνοδοιπόρο, μια ψυχή ρωμαλέα και συντροφική.

Σε αυτό το θέατρο, στο οποίο «τίποτα δεν ευνοεί το αυθόρμητο, τον αυτοσχεδιασμό», το «πιο πηχτό κι από το σκοτάδι» του Aδη έγινε ορατό.

Πώς γίνεται μέσα από μια κίνηση ακραία στυλιζαρισμένη, με ηθοποιούς ντυμένους με βαρύτιμα μεταξωτά κοστούμια – κιμονό, που περπατάνε σαν να γλιστρούν, σε μια υπερυψωμένη εξέδρα, με ελάχιστες χειρονομίες, όλες συμβολικές και με μια εκφορά λόγου σχεδόν μεταφυσική, σαν λιτανεία, να αντιλαμβάνεται ο δυτικός θεατής τις πιο λεπταίσθητες αποχρώσεις του ομηρικού λόγου;

«Μοιάζει σαν η τέχνη του Νο να είναι θεμελιακά αναγκαία και ικανή να μορφοποιήσει τη βαθύτερη ουσία των νοημάτων που περικλείει η Νέκυια», γράφει στο περιεκτικό πρόγραμμα της παράστασης ο Μιχαήλ Μαρμαρινός. Και έχει δίκιο. Το παράδοξο, τρομακτικό και οξύμωρο, να μιλάει κανείς με σκιές, βρήκε στην αφαίρεση και στον μινιμαλισμό του Νο τον ιδανικό εκφραστή.

Μια κουβέντα με τους νεκρούς (του καθενός μας) σαν προσευχή.

Ο Ρολάν Μπαρτ στην «Επικράτεια των σημείων» (από το ταξίδι του στην Ιαπωνία) γράφει για την επικοινωνία που ξεπερνάει την ομιλία: «Το να ορίσεις ένα ραντεβού (με νοήματα, σχεδιαγράμματα, κύρια ονόματα) θα σου πάρει δίχως άλλο μια ώρα, αλλά στο διάστημα αυτής της ώρας, για ένα μήνυμα που θα είχε αχρηστευθεί σε μια στιγμή αν είχε μιληθεί, γνώρισες, ένιωσες, δέχτηκες ολόκληρο το κορμί του άλλου, που ξεδίπλωσε (δίχως αληθινό σκοπό) τη δική του ιστόρηση, το δικό του κείμενο».

Η παμπάλαιη τέχνη του Νο, που αρτιώθηκε τον 14ο μ.Χ. αιώνα (αλλά έχει τις ρίζες της σε πολύ παλαιότερες βουδιστικές τελετουργίες), έχει εξελίξει τα περιορισμένα μέσα της, πυκνώνοντας τον χρόνο και τον χώρο. Ετσι, ένα βήμα μπορεί να σημαίνει ένα ολόκληρο ταξίδι, το σήκωμα του χεριού ή η ανεπαίσθητη στροφή του σώματος θρήνο ή πάλη μέχρι θανάτου.

Η «δική τους» Νέκυια δεν γέννησε συγκίνηση. Εφερε όμως μνήμες. Σημεία, κώδικες, υπαινιγμών και συσχετίσεων. Μια ιστόρηση που ενώ ήταν ακίνητη, είχε τη δύναμη να ναρκώνει τα μέλη, υποβάλλοντας, εν τέλει, γαλήνη. Μας κύκλωσε σε μια ατμόσφαιρα απώλειας και περισυλλογής. Δοκίμασε τους βιορυθμούς μας, την υπερχειλίζουσα ένταση των ημερών, τη συνθήκη μιας καθημερινότητας που έχει πλήρως ανατραπεί, σε μια χώρα βαριά τραυματισμένη, υπαγορεύοντας ένα χρόνο άπλετο και ταυτόχρονα πυκνό και πηχτό.

«Ποτέ δεν θα κοπάσει το τραγούδι αυτό, αιώνια θα το λέμε», σχολιάζει ο χορός των «σκιών» στο τέλος. Είναι αυτή η επανάληψη του κύκλου της ζωής και του θανάτου, που δεν θα «κοπάσει».

Η επίσκεψη στο βασίλειο των νεκρών δεν είχε τίποτε ανεπανόρθωτο. «Ξόρκι και γλυκύτητα ανακατεμένα», νοτισμένα από την αίσθηση του μέτρου, που, ίσως, μόνο το αναπόφευκτο μπορεί να προσφέρει. Το αναπόφευκτο του κύκλου της ζωής, όσο μικρός ή μεγάλος κι αν είναι.