ΑΠΟΨΕΙΣ

Λέξεις που κουράστηκαν, νοήματα που αντέχουν

Στα στερεότυπά του εμμένει το πολιτικό λεξιλόγιο της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Και στην πεπατημένη του. Χωρίς εκπλήξεις. Πώς άλλωστε; Με την κινητή εορτή της Αγίας Κάλπης να πανηγυρίζεται πια δις και τρις ετησίως, κουράστηκαν και οι κρίσιμες λέξεις. Για παράδειγμα, τη δέκατη συναπτή φορά που θ’ ακούσεις αυτοσκηνοθετημένα επιτακτικό το «Φτάνει πια!», δύσκολα δεν θα του αντιγυρίσεις κι εσύ ένα ήρεμα αυστηρό «Φτάνει πια». Τρίφτηκαν τα νοήματα, θάμπωσαν τα χαρμόσυνα αγγέλματα, και οι αχθοφόρες τους λέξεις σαν να ’χασαν τον μισό χυμό τους. Δεν αποτεφρώθηκαν εντούτοις ακόμα. Γιατί η ίδια η βαθιά ανάγκη μας για μια διαφορετική, τίμια και ελευθερωτική ρύθμιση του πολιτικού πεδίου τις θέλει ζωντανές. Κι όσο μπορεί τις προστατεύει.

Μια προεκλογική περίοδος που υποτίθεται πως ήταν μικρή για την εκδίπλωση των προγραμμάτων, δηλαδή για την καταπονητικά επαναληπτική εκτόξευση των συνθημάτων στα οποία εξαρχής συνοψίζονται, αποδείχθηκε ήδη μακρά. Και παρά τις δοκιμές αυτοντοπαρίσματος, ευδιάκριτη είναι ήδη η βαρυθυμία των προπαγανδιστικών κομματικών μηχανισμών. Φανερό έγινε επίσης ότι έχουν και οι συμμαχητές τους οι διαφημιστές τα όριά τους. Δεν μπορούν να σκαρφίζονται εντυπωσιακά σλόγκαν και λέξεις-δέλεαρ κάθε τόσο (εξ ου και η σύμπτωση του ΣΥΡΙΖΑ και της Ν.Δ. στο επίρρημα «Μπροστά»). Δεν μπορούν να είναι πάντοτε αποδοτικοί στο παίγνιο της υποκατάστασης: της πολιτικής από την εμπορικού τύπου σλογκανολογία και των πολιτικών από τους εξπέρ του μάρκετινγκ.

Ποντάρουν λοιπόν στα συνήθη, που τα μετρούν σαν σίγουρα, κι ας ξεθύμαναν. Επενδύουν ξανά – μανά στην πρόθεση «ανά», επί αυτοαναφορικότητας: Ακούστε Ελληνες! Εμείς, ποιοι άλλοι, θα φέρουμε την αναγέννηση, την ανασύνταξη, την ανανέωση, την αναδημιουργία, την ανασυγκρότηση (της Κεντροαριστεράς π.χ., δωδέκατη σε πέντε χρόνια), την ανάταξη, την ανά (σ)ταση, την αναζωογόνηση (της υπαίθρου, εικοστή αυτή). Και ποντάρουν στην πρόθεση «κατά» όταν ο πολιτικός λόγος στρέφεται εναντίον των αντιπάλων, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονται και μόλις έως χθες φίλοι και συναγωνιστές: Ξανακούστε, Ελληνες! Αυτοί, ποιοι άλλοι, θα φέρουν την καταστροφή. Αυτοί θα καταργήσουν δικαιώματα. Αυτοί θα καταληστεύσουν εισοδήματα. Αυτοί, οι προαγωγοί της κατάντιας· οι τρισκατάρατοι.

Στις εκλογές του Ιανουαρίου, που φαίνονται πια απίστευτα μακρινές με τα τόσα δραματικά που μεσολάβησαν, είχε κυριαρχήσει η λέξη «Ελπίδα». Δεν πρωτοακουγόταν βέβαια στο προεκλογικό υποσχεσιολόγιο, σαν φόρμουλα εναλλακτική της «Αλλαγής». Ηταν όμως η πρώτη φορά που τη συλλάβιζαν και την ευαγγελίζονταν χείλη «της άλλης πλευράς», «της άλλης όχθης», η οποία διεκδικούσε πια την εξουσία και όχι την είσοδο στη Βουλή ή ένα καλούτσικο ποσοστό. Οχι της μεσοβέζικης, παπανδρεϊκής «άλλης πλευράς» του 1981. Αλλά μιας Αριστεράς ριζοσπαστικής στις επαγγελίες της (θεμελιωμένες ωστόσο στον μαξιμαλιστικό βολονταρισμό και όχι στη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης) και στην κινηματική της λογική. Καθόλου περίεργο, η κυβέρνησή της δεν άργησε να καταγγελθεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, σαν «εν μέρει κομμουνιστική» από Ευρωπαίους ηγεμόνες, και δη σοσιαλδημοκράτες, και να πολεμηθεί.

Οι πολίτες δεν υπερψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ για να δουν να ξημερώνει κάποια επικίνδυνα ομιχλώδης και κατάφωρα λαϊκιστική «λαϊκή εξουσία», σαν κι αυτή που προσφέρει η αυτοεπαναλαμβανόμενη χιλιαστική ρητορεία του ΚΚΕ. Δεν τον ψήφισαν επειδή, γνωρίζοντας απέξω κι ανακατωτά ποιες οι συνιστώσες και ποιο το πιστεύω καθεμιάς, αποφάσισαν να συστρατευτούν με την «Αριστερή Πλατφόρμα», την ΚΟΕ, τη ΔΕΑ ή όσους κατάγονται από την Ανανεωτική Αριστερά. Ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ (αυτόν τον χαοτικό όπως αποδείχθηκε συνασπισμό, όπου το «συν» δεν ήταν ποτέ τόσο ισχυρό όσο ψευδομαρτυρούσε η εικόνα), πρωτίστως για να τιμωρήσουν το ποικιλότροπα και μακρόχρονα αποτυχημένο καθεστώς της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ.

Δεν ήταν αποκλειστικά αρνητική η ψήφος βεβαίως. Πολλοί επέλεξαν ΣΥΡΙΖΑ τον Γενάρη με την ελπίδα ότι θα κλείσει ο κύκλος της ρουσφετολογίας και του νεποτισμού, θα πολεμηθεί σοβαρά και συστηματικά η διαφθορά και η διαπλοκή, θα «επανιδρυθεί» ένα κράτος δικαίου και πρόνοιας. Οτι θα γίνουν τέλος πάντων «πέντε πράγματα» από τα δέκα ή τα πενήντα που περιμένει χρόνια ο τόπος για να ξανακινηθεί, για να πάει με σχέδιο και αισιοδοξία σ’ αυτό το «Μπροστά» που κυριαρχεί λεκτικά στις τωρινές εκλογές. Και σε ποιον ανέθεσαν διά της ψήφου τους αυτό το χρέος; Δεν ήταν λίγοι όσοι το ανέθεσαν προσωπικά στον κ. Αλέξη Τσίπρα. Αυτό είναι κακό για μια παράταξη όπως η Αριστερά που, έχοντας πληρώσει βαρύτατο φόρο στην προσωπολατρία, ομνύει στη συλλογικότητα και στη συντροφική ισότητα. Kακά είναι όμως και τα ψέματα. Kι ακόμα χειρότερες οι ψευδαισθήσεις. Δεν οδηγήθηκαν όλοι στην κάλπη του ΣΥΡΙΖΑ εμπνευσμένοι από τις ιδέες του, πολυφωνικά (μέχρι κακοφωνίας) εκφραζόμενες. Ο πρόεδρός του, και λόγω της νεότητας και της ευφράδειάς του, λειτούργησε ως ισχυρότατος συλλέκτης ψήφων (ακόμα και ημιαπολιτικών), γεγονός που σίγουρα δεν ευνόησε την εσωκομματική δημοκρατία. Η οποία, από την άλλη, ουδόλως προάγεται όταν ένα νέο κόμμα, η Λαϊκή Ενότητα (αλλά πόση «ενότητα» όταν το σχήμα είναι αποτέλεσμα διασπάσεων, όχι μόνο στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ), αποκτά «αυτονόητο» αρχηγό χωρίς καμία διαδικασία, έστω τυπική. Περίπου όπως είχε γίνει και στα γεννητούρια της ΔΗΜΑΡ, όταν ο Λεωνίδας Κύρκος όρισε σαν «αυτονόητο» αρχηγό της τον κ. Φώτη Κουβέλη, πράγμα που διέβαλε ευθύς αμέσως οτιδήποτε το ανανεωτικοαριστερό.
Τούτων δοθέντων, οι στίχοι του Νίκου Καρούζου, «Το θέμα δεν είναι η ανάπτυξη σοσιαλιστικής ιδεολογίας / (αυτό είναι εύκολο)· / το θέμα είναι η ανάπτυξη σοσιαλιστικής ψυχολογίας (αλλά αυτό είναι δύσκολο)» («Αναμνηστική λήθη», 1982), ακούγονται ακόμα πιο απογοητευμένοι. Διότι ούτε για το θεωρητικά εύκολο υπήρξε ή υπάρχει ουσιώδες ενδιαφέρον, από οποιαδήποτε πλευρά.

Στο τωρινό προεκλογικό λεξιλόγιο η λέξη «ελπίδα» δεν υπάρχει. Παραπέφτει βαριά μετά την ήττα. Τριπλές πια οι μνημονιακές πέδες, καθιστούν σχεδόν υποχρεωτική τη μελαγχολία. Που δεν είναι βέβαια αποκλειστικά αριστερή, όπως τη χλευάζει ο κ. Ευ. Μεϊμαράκης και την ξορκίζει εξ αμηχανίας η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Κατά την ταπεινή μου γνώμη η μελαγχολία, μάλλον διακομματική, παραμένει δημιουργική δύναμη, όχι μόνο στην τέχνη. Σίγουρα πάντως είναι δημιουργικότερη από το «κέφι» που υπόσχεται ότι θα φέρει στη χώρα ο επιμελημένα ναΐφ πρόεδρος της Ν.Δ., σε ρόλο αίφνης μαζικού ψυχοθεραπευτή.