ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενα «Σύκο», ένας στόχος

Με ρεαλιστικούς όρους φαίνεται υπερβολή. Από την άλλη, όμως, δεν βρίσκει αναλογίες στο γκροτέσκο. Η μικρού μήκους ταινία του Νικόλα Κολοβού «Σύκο», που απέσπασε τον Χρυσό Διόνυσο στο πρόσφατο 38ο Φεστιβάλ της Δράμας, αναπνέει σ’ αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο που μπορεί να απέχει ελάχιστα από την πραγματικότητα και την ίδια στιγμή να φαντάζει προϊόν ενός ενισχυμένου φαντασιακού.

«Θέλω ένα σύκο», λέει ξέπνοα, λίγο πριν εγκαταλείψει τα εγκόσμια, η ηλικιωμένη σύζυγος, ως τελευταία επιθυμία. Ο γέρος άντρας της μένει για κλάσματα δευτερολέπτου εμβρόντητος, αλλά ξεκινάει να το φέρει, με μια μαγκούρα και ένα γάιδαρο. Το πολύ σύντομο αυτό οδοιπορικό στα Ζαγοροχώρια, με κρύο και καταχνιά, εξελίσσεται σε ταινία αγωνίας και δράσης που κρατάει 15 λεπτά. Μια πτώση, ένα φίδι, μια βουτιά σε ρυάκι και άλλα πολλά, με μουσική υπόκρουση που υποσκάπτει την όποια συγκίνηση, οδηγεί στην τελική σκηνή. Δεν θα αποκαλύψουμε τι γίνεται, αν δηλαδή το σύκο φτάνει ή όχι στον προορισμό του. Οταν ο γέρος επιστρέφει όμως στο σπίτι και σπεύδει να ξαπλώσει δίπλα στη γυναίκα του, ενώ εκείνη έχει σχεδόν απέλθει, την καθησυχάζει. «Βρήκες;» τον ρωτάει ψελλίζοντας και τον κοιτάει στα μάτια. «Ναι», της απαντάει. Η κάμερα απομακρύνεται αποτυπώνοντας τα δύο σώματα το ένα δίπλα στο άλλο μαζί με μια διάχυτη, πυκνή σιωπή.

Τόσο απλό όσο και ανέφικτο. Στην πολιτική, στις σχέσεις, στην καθημερινότητα: ξέρεις πού να αναζητήσεις τον καρπό, η ένταση της επιθυμίας ή του χρέους σε οδηγεί, απλώνεις το χέρι και… προσγειώνεσαι. Ομως με την πτώση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ανακόπτεται η πορεία. Το αντίθετο. Συνεχίζεται· με απώλειες ίσως αλλά και περισσότερο πείσμα που μεταμορφώνεται σε κουράγιο. Αναμετριέσαι με τον εαυτό σου και τις δυνάμεις σου, επινοείς λύσεις, δοκιμάζεις, αποτυγχάνεις, εκτίθεσαι αλλά πια υποφέρεις τον πόνο.

Εάν κάτι μπορεί να προσφέρει ένας προικισμένος σκηνοθέτης ταινιών μικρού μήκους, είναι πλούσια ζωή σε οικονομική συσκευασία. Απόλυτη εκμετάλλευση του χρόνου, καμία σπατάλη κίνησης, πλάνου, βλέμματος, ψηφίδας.

Η γενιά του Νικόλα Κολοβού, και ειδικά των νέων που έχουν ζήσει ή εξακολουθούν να ζουν στο εξωτερικό (ο ίδιος είναι μόνιμος κάτοικος Σουηδίας), μεταξύ 25 και 40 χρόνων, έχει τη μεγάλη αρετή της απόστασης. Μπορεί να δει πιο καθαρά, να επισημάνει, να εντοπίσει, να ανατρέψει σε βάσεις στέρεες, να αποβάλει τα περιττά, να χαράξει τον συντομότερο δρόμο στο αποτέλεσμα.

Η ιστορία του Ν. Κολοβού είναι ένα καλό παράδειγμα. Εκανε αυτή την ταινία –όπως πληροφορούμαστε– από ένα περιστατικό που του διηγήθηκε ο πατέρας του και συνέβη στο χωριό του. Συνοψίζει ο ίδιος (σε συνέντευξή του στον ιστότοπο flix.gr) ότι το «Σύκο» «μιλάει για τον άνθρωπο, για τη δύναμη της αγάπης, για τον σεβασμό, για την ανάγκη επαφής, για τη γενναιοδωρία. (…) Για τον άνθρωπο που δεν τα βάζει κάτω ακόμη και όταν όλα του πάνε στραβά, τον άνθρωπο που αγαπά άνευ όρων».

Ευδιάκριτα όλα αυτά. Ισορροπώντας όμως την εξωτερική με τη εσωτερική θερμοκρασία, της αφήγησης και της συγκίνησης, που από μόνη της μπορεί να προκαλέσει η ιστορία, «παγώνει» το συναίσθημα για να εστιάσει στο «άνευ όρων». Αλλιώς θα θυσίαζε τη διαδρομή στην ευκολία των στερεοτύπων. Τα παρέκαμψε όμως για να κερδίσει αυτό το πλάνο στο τέλος, που μεταφράζεται στο ανεκτίμητο «είμαι εδώ, στέκομαι πλάι σου».

Οι μικρομηκάδες το αποδεικνύουν όλο και πιο συχνά, είναι δρομείς μεγάλων αποστάσεων. Επιβεβαιώνουν ότι ο στόχος, όταν υπάρχει, δεν θέλει ούτε πολύ χρόνο για να επιτευχθεί ούτε μακροσκελείς περιγραφές. Οταν εκπληρώνεται δεν συνοδεύεται από θόρυβο και τυμπανοκρουσίες. Αγγίζει τις ζωές των ανθρώπων, αθόρυβα, ανεπαίσθητα, καθοριστικά.