ΑΠΟΨΕΙΣ

Το Jurassic Park των Ελλήνων

«Η ιστορική κουλτούρα μοιάζει με το Jurassic Park», σχολιάζει ο καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αντώνης Λιάκος. «Εκεί που ταξινομείς τους σκελετούς των δεινοσαύρων, ξαφνικά μερικοί ζωντανεύουν και αρχίζουν και κυνηγούν τους ζωντανούς». Η συνέντευξη του Αντ. Λιάκου στη Μικέλα Χαρτουλάρη, στην «Εφημερίδα των Συντακτών» (6/11), είναι μια ψύχραιμη, συγκροτημένη παρέμβαση για τον τρόπο που διδάσκεται σήμερα η Ιστορία στην εκπαίδευση, με αφορμή την πρόσφατη εθνική κρίση πανικού ύστερα από την τοποθέτηση του υπουργού Παιδείας Ν. Φίλη για το θέμα των Ποντίων. Και μόνο που τέθηκε το ερώτημα «γενοκτονία» ή «εθνοκάθαρση» σηκώθηκε αχός τόσος, ώστε να μην μπορεί να παρεισφρήσει ούτε στοιχειώδης δημόσιος διάλογος. Δεν εξετάζουμε αν ήταν ή όχι λάθος η δήλωση του υπουργού, αν έπρεπε ή όχι να την κάνει, αν είναι ή όχι μέσα στα καθήκοντα και στις υποχρεώσεις του. Οι πολιτικές διαστάσεις του θέματος όμως (οι διαμαρτυρίες, ο φασιστικός ξυλοδαρμός του βουλευτή της Ν.Δ. Γ. Κουμουτσάκου, οι εντάσεις στις συγκεντρώσεις των Ποντίων στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη), η φτηνή, επικίνδυνα δημαγωγική, εκμετάλλευσή του από την αντιπολίτευση ανανεώνουν, διαρκώς, το στίγμα μιας κοινωνίας ανοχύρωτης, ημιμαθούς, με μη διαχειρίσιμα τραύματα μνήμης.

Θα πείτε, η χώρα κινείται σε βάλτο κι εμείς ανακινούμε ζητήματα ιστορικών όρων; Η αδυναμία όμως να τιθασευτεί ο καλπάζων εθνολαϊκισμός και η συνεχής ανατροφοδότησή του από την πολιτική εξουσία αποτελούν μέρη του προβλήματος της χώρας και όχι της λύσης του. Οι εύκολες γενικεύσεις, ο εδραιωμένος συντηρητισμός, η άρνηση στις μεταρρυθμίσεις έχουν ρίζες και στην (ιδεολογική) χρήση της ιστορίας ως (κακοποιημένου) μοχλού του εκπαιδευτικού συστήματος. «Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η διαμόρφωση της εθνικής αλλά της ιστορικής συνείδησης», λέει ο Αντ. Λιάκος. «Διότι η εθνική, ή οι πολλαπλές συνειδήσεις του συνανήκειν, εμπεριέχεται στην ιστορική συνείδηση (…) η οποία μπορεί να λειτουργήσει γενικότερα ως συγκολλητική ουσία. Ιδίως σε κοινωνίες σαν τις σημερινές, οι οποίες βιώνουν κρίσεις που τις κατακερματίζουν, τις κονιορτοποιούν».

Επομένως, το ερώτημα είναι πώς θα διαμορφωθεί μια ιστορική συνείδηση με δυνατότητες να λειτουργήσει ως βάση αλληλοαναγνώρισης και διαλόγου. Αρκεί γι’ αυτό η γνώση των γεγονότων και μόνο; Και πώς αντιμετωπίζεται το τραύμα όταν γύρω από αυτό συγκροτείται η ταυτότητα ενός λαού; Εάν η Ιστορία είναι και «στοχασμός γύρω από την ειρωνεία των ανθρωπίνων υποθέσεων», θα χρειαστεί πολλή δουλειά μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία για να μετακινηθεί η διδασκαλία από την πολιτική εκμετάλλευση της νοσταλγίας σε μιαν άλλη προσέγγιση, σε μια συνολική επανεκτίμηση του μαθήματος.

Κυρίως, όμως, θα χρειαστεί… να μετακινηθεί το πολιτικό σύστημα από καταστροφικά στερεότυπα, τα οποία πλέον είναι και αμφίβολο αν εξυπηρετούν εκλογικές πελατείες, προσφέροντας «ψήφους στο κόμμα». Αν, δηλαδή, η αναπαραγωγή αφηγηματικών μοντέλων (είτε προέρχονται από την πλευρά της Αριστεράς είτε της Δεξιάς) μπορεί να συμβάλει στην κριτική σκέψη και αξιολόγηση. Η απάντηση έχει ήδη δοθεί, και μάλιστα κατά τον χειρότερο τρόπο, αφού φασιστικές συμπεριφορές σπεύδουν να εκμεταλλευτούν τα, εν πολλοίς κατασκευασμένα, ιστορικά ρήγματα.

Στους Ελληνες η σχέση με την Ιστορία έχει αποσπασματικό χαρακτήρα. Εγγράφεται ως μνήμη ό,τι αποτελεί δοξαστικό του έθνους, των κατορθωμάτων του λαού και των παθών του. Οποιαδήποτε διαφορετική ανάγνωση που μπορεί να οδηγήσει και σε προσέγγιση τής, εκάστοτε, «άλλης πλευράς» καταργείται περίπου ως προδοσία. Πάνω σε αυτήν την αντίληψη οικοδόμησε το πολιτικό σύστημα. Κάθε πλευρά εμφανιζόταν ως φορέας της μόνης ιστορικής αλήθειας, επενδύοντας στην εμπαθή προσκόλληση, πρόσφορο έδαφος της βίας και νοθείας, σωματικής και ιδεολογικής.