ΑΠΟΨΕΙΣ

Στου κακού τη σκάλα

Από τον ευτυχώς μακρινό καιρό που μπορούσε να σβήνει κλήσεις ευκολότερα από τον διοικητή της Τροχαίας, η δημοσιογραφία κολακευόταν να την αποκαλούν τέταρτη εξουσία. Λάθος της μέγα και το ότι αποδεχόταν τον χαρακτηρισμό και το ότι δεν κατανοούσε πως στο μεγάλο παιχνίδι, το πολύ πιο σοβαρό από τις κλήσεις, η εξουσία δεν ήταν δική της. Τις κυβερνήσεις δεν τις ανεβοκατέβαζαν δημοσιογράφοι, όσο τρανοί, αλλά εργοδοτικά συγκροτήματα. Οι συντάκτες διεκπεραίωναν αλλότριους σχεδιασμούς με ενθουσιασμό ή εξαναγκασμένοι. Και, ανέκαθεν, ο εξαναγκασμός γίνεται πιο εύκολος όταν δεν απειλείται η μία και μόνη δουλειά σου, αλλά οι τρεις και τέσσερις – οι αργομισθίες δηλαδή, το αμειβόμενο αραλίκι σε Γραφεία Τύπου, που σε έμαθε να ζεις σαν τάχα ανώτερος και πια να μην μπορείς να κάνεις δίχως μικροπολυτέλειες.

Να ’ναι καλά τα κόμματά μας, αλλά και οι τράπεζες, η τοπική αυτοδιοίκηση, οι δημόσιες επιχειρήσεις, και οι ιδιωτικές επίσης, οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι, και η Εκκλησία ακόμα, οι αργομισθίες δεν έλειψαν ποτέ για τους πρόθυμους της δημοσιογραφίας. Οπως δεν έλειψαν τα «επιδόματα για την προσφορά εθνικής υπηρεσίας», ή όπως αλλιώς ονομάσουμε το μπόνους που έκοβαν ποικίλα υπουργεία (το Εξωτερικών πρώτα πρώτα) για όσους «έκαναν καλά τη δουλειά τους» – δηλαδή, με δημοσιογραφικούς όρους, δεν την έκαναν καθόλου καλά. Γιατί, όταν ο αστυνομικός ρεπόρτερ καταντάει σκέτος αστυνομικός, ο αθλητικός ρεπόρτερ φανατικός οπαδός, ο πολιτικός ρεπόρτερ ή σχολιαστής σκέτος πολιτικός, και μάλιστα ετερόφωτος, κ.ο.κ., η Δανιμαρκία, δίχως ελευθερόφωνο κριτικό έλεγχο των πεπραγμένων της, αποσαπίζει.

Τα πρόστιμα του ΕΣΡ και οι ποινές των πειθαρχικών οργάνων της ΕΣΗΕΑ κάτι προσπαθούν να πετύχουν, μα δεν έχουν λύσει το πρόβλημα. Και δεν θα το λύσουν. Αν, όσο κάνεις τη δουλειά σου, δεν νιώθεις ότι λογοδοτείς πρωτίστως, αποκλειστικά μάλλον, στο κοινό, κανένας κώδικας και κανένας φόβος τιμωρίας δεν θα σε κάνει ελεύθερο άνθρωπο. Θα συνεχίζεις λοιπόν να κατασκευάζεις ειδήσεις ή να παρουσιάζεις πετσοκομμένες τις αυθεντικές, βέβαιος ότι κι αν χρειαστεί να απολογηθείς, ελάχιστοι θα το πληροφορηθούν και το «κύρος» σου θα μείνει αλώβητο. Συνήθως άλλωστε έτσι γίνεται.

Ενα παράδειγμα. Δεν πάει καιρός που παίχτηκε βροντωδώς η «είδηση», πρώτα σε μια εφημερίδα κι έπειτα στα κανάλια, ότι δύο υπουργοί άνοιξαν «γραφείο ρουσφετιών» κάπου στη Συγγρού και μετράνε καθημερινά 50.000 ευρώ κέρδη, «από τις μίζες που εισπράττουν». «Αίσχος», «Ντροπή» κτλ. Οταν οι υπουργοί απείλησαν με μηνύσεις, ο πρώτος διαδοσίας έγραψε στην εφημερίδα του πέντε απολογητικές αράδες, ζητώντας συγγνώμη με τον πονηρό δημοσιογραφικό τρόπο. Ούτε γάτα ούτε ζημιά; Οχι βέβαια. Η διάψευση δεν ακούστηκε σε κανένα κανάλι. Για τους πολλούς, για όλους ίσως, η συκοφαντία απέκτησε ισχύ γεγονότος. Αν κάνει ένα μικρογκάλοπ στο περιβάλλον του ο καθένας, θα το διαπιστώσει.