ΑΠΟΨΕΙΣ

Επένδυση «πρόσφυγες»

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι οικονομολόγοι μιλούν για οικονομικό όφελος από την εισροή μεταναστών και προσφύγων. Μόνο που ο Φίλιπ Λεγκρέιν, πρώην οικονομικός σύμβουλος της Κομισιόν, το προσδιορίζει επακριβώς, σε μια στιγμή που η Ε.Ε. καταμετρεί μόνο την αύξηση του δημόσιου χρέους των χωρών-μελών που υποδέχονται πρόσφυγες και μετανάστες – συνολικά 69 δισ. ευρώ θα κοστίσουν στη Ε.Ε., κατά τον Λεγκρέιν, οι ροές, από το 2015 έως το 2020. Ομως, παράλληλα, διαβεβαιώνει ότι, κατά την ίδια περίοδο, το ΑΕΠ των χωρών αυτών θα αυξηθεί εξαιτίας τους, κατά 129 δισ. ευρώ. «Η επένδυση ενός ευρώ στην υποδοχή προσφύγων και μεταναστών μπορεί να σου αποφέρει δύο ευρώ στο μέλλον», σημειώνει σε πρόσφατη έκθεσή του. Οπως εξηγεί, οι προσφυγικές ροές δημιουργούν δουλειές, αυξάνουν τη ζήτηση για υπηρεσίες και προϊόντα, καλύπτουν κενά στην αγορά εργασίας (δεν συμβάλλουν στην αύξηση της ανεργίας, εξαιτίας του είδους των εργασιών που ανατίθενται σε πρόσφυγες και μετανάστες), ενισχύουν με εισφορές και φόρους τα ασφαλιστικά και κρατικά ταμεία. Το ίδιο υποστηρίζουν δεκάδες μελέτες που έχουν εκπονηθεί την τελευταία 20ετία σε μια Ευρώπη που γερνάει, όμως υψώνει όλο και πιο υψηλά τείχη, διότι οι κυβερνήσεις αρνούνται να αλλάξουν –πέραν των νοοτροπιών– τα αναγκαία ώστε να είναι αληθινή η ενσωμάτωση και διότι οι κοινωνίες είναι εχθρικές. Ακόμη και στη φιλόξενη Ελλάδα, κοχλάζον φίλτρο συγκράτησης των ανεπιθύμητων, η αδιάκοπη έλευση της αλλότριας δυστυχίας δημιουργεί εκρηκτικά δεδομένα που μειώνουν την ανοχή και σπέρνουν τη σύγχυση για τον τρόπο διαχείρισης του προβλήματος.

Ετσι, μέτρο στην κατανόηση του μεταναστευτικού γίνεται η οικονομία. Οχι η παραοικονομία, όπου παίζεται ένα πολύ υποκριτικό παιχνίδι εκμετάλλευσης –άτομα που βγάζουν μπόλικο «μαύρο» χρήμα από τον εφοδιασμό των προσφύγων με τα απαραίτητα αποτελούν συχνά την εμπροσθοφυλακή στην εκδίωξή τους από τα μέρη τους– ή το βρώμικο χρήμα της διακίνησης που αποτιμάται ετησίως από τη Εuropol σε 6 δισ. ευρώ. Οταν όλα αποτιμώνται σε χρήμα ακόμη και η ίδια η ζωή, σε 3,1 εκατ. ευρώ, όταν αντιληπτά γίνονται τα κοινωνικά συμβάντα μόνο όταν διατυπώνονται ως οικονομική αξία, ίσως δεν υπάρχει άλλος τρόπος για τη διαχείριση του προβλήματος από τον σχεδιασμό με βάση, αποκλειστικά, τα οικονομικά μεγέθη.

Μόνο που οι καθαρά οικονομικοί υπολογισμοί μετατρέπουν τον άνθρωπο σε χρηματική μονάδα, απρόσωπη, άρα μη υπολογίσιμη εάν το μέγεθός της ελαττωθεί, απομακρύνουν τις παραμέτρους που ερευνούν τα βάθη της ψυχής και την κοινωνική ευτυχία, σβήνουν την έννοια του συνομιλητή, ενώ η κυριαρχία τού «τώρα» της αγοράς διαβρώνει πολιτισμό, μνήμες, μέλλον. Οι ιδέες γίνονται ουδέτερες σαν στεγνά μάτια, σαν άδεια βλέμματα που αφαιρούν από τα πράγματα κάθε αναγλυφότητα.

«Θα είναι παταγώδης αποτυχία για την Ευρώπη, εάν δεν καταφέρει να έχει όφελος από τις μεταναστευτικές ροές», επιμένουν οι οικονομολόγοι. Θα είναι. Το ζήτημα είναι ποιος θα πληρώσει την παταγώδη αποτυχία: οι μετανάστες, οι γηγενείς ή αμφότεροι;