ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο σνομπισμός, ο σταλεγακισμός και το τσουβάλιασμα

Ε​​ίναι πολύ βολικό το τσουβάλιασμα, η αυθαίρετη εξομοίωση περιστατικών, συμπεριφορών, αντιδράσεων, ιδεολογιών, πολιτικών στρατηγικών. Σε βγάζει από τον κόπο να ψάξεις λίγο κάτω από τη φλούδα, να αναζητήσεις διαφορές και υποδιαιρέσεις σε ό,τι φαίνεται όμοιο – στην πραγματικότητα δηλαδή σε σώζει από το ενδεχόμενο να μην έχεις πάντα δίκιο. Είναι μια ξεκούραστη εμπειρική τεχνική αποτίμησης των ανθρωπίνων, με κύριο στόχο της να δικαιώσει τον εκάστοτε χρήστη της· να επαληθεύσει τη σπιρτάδα, την ικανότητά του να αξιολογεί τα πράγματα ταχύτατα αλλά και σοφά. Γι’ αυτό και παραμένει δημοφιλέστατη, ανταγωνιζόμενη σε μαζικότητα χρήσης την παλιά μέθοδο του «σταλεγακισμού». Ξέρετε, «σας τα ’λεγα εγώ, είχα δει πού πάνε τα πράγματα, αλλά εσείς…».

Τα δημοψηφίσματα δεν είναι ακριβώς το όνομα της άμεσης δημοκρατίας στις μέρες μας ούτε όμως και κατάρα για τη δημοκρατία, όπως ισχυρίζονται αρκετοί, και πρωτίστως όσοι ουδέποτε ενοχλήθηκαν από τη βαριά φθορά που προκαλούν στη φτωχή έτσι κι αλλιώς δημοκρατία μας όσοι θεωρούν «βάρος περιττό» την ίδια την ψήφο, σε εθνικές ή αυτοδιοικητικές εκλογές. Με την εγγενώς διχοτομική λειτουργία τους, πάντως, και τον μοιραία διλημματικό χαρακτήρα τους, τα δημοψηφίσματα ευνοούν τα τσουβαλιάσματα. Κι αυτό επειδή φαινομενικά, απολύτως φαινομενικά, συμπαρατάσσονται στο ίδιο στρατόπεδο και υπολογίζονται σαν ενιαίο σύνολο –ενώ δεν είναι, δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι– δυνάμεις που εχθρεύονται η μία την άλλη και αλληλοπολεμούνται με πείσμα.

Εδώ οι πονηρότεροι ή οι δολιότεροι χρησιμοποιούν την πατέντα που έχει τίτλο της ένα επίρρημα: «Αντικειμενικά»: «Αντικειμενικά είστε συνοδοιπόροι, αντικειμενικά είστε στο ίδιο μέτωπο» κτλ. Θαρρείς και δεν έχει καμία αξία η πολιτική βούληση του καθενός, η εν γένει στάση του, η ιστορία του, οι δηλωμένες θέσεις του. Το πόσο αστεία, αλλά συγχρόνως και επικίνδυνη, είναι η πατέντα αυτή το δείχνουν όσα συμβαίνουν στη Βουλή: Με τη σειρά του κάθε κόμμα του συνταγματικού τόξου καταγγέλλει τα υπόλοιπα ότι «αντικειμενικά συμπλέουν με τη Χρυσή Αυγή». Αφορμή η σύμπτωση στη μία ή την άλλη ψηφοφορία, σύμπτωση τυχαία και αδιάφορη ή, πολύ συχνά, απόρροια της ύπουλης στάσης των νεοναζιστών, που έχουν και στην προβοκάτσια υψηλές επιδόσεις.

Δεν ξέρω ποια πάθη προκαλούν ή δεν προκαλούν τα δημοψηφίσματα στην Ελβετία. Στον υπόλοιπο, εντός ιστορίας πλανήτη, κινητοποιούν και πολλούς που αδιαφορούσαν έως τότε για την «τυπική» πολιτική, κρίνοντάς την άλλος άγονη και αναποτελεσματική, άλλος νόθα και νοθευτική κτλ. Και τα ίδια τα δημοψηφίσματα μπορεί πάντως να θεωρηθούν κάποια στιγμή τμήμα της «τυπικής» πολιτικής, αν το αποτέλεσμά τους υφίσταται μια μεταχείριση που είτε το ανατρέπει αμέσως και διαμιάς (όπως συνέβη στην περίπτωση του περυσινού ελληνικού δημοψηφίσματος, με το πλουσιοπάροχο «Οχι» να μεταφράζεται αυθαίρετα σε μίζερο, βαριά ηττημένο «Ναι») είτε το αμβλύνει σταδιακά, έως την τελική υπονόμευσή του. Ασχετα με το πόσοι Βρετανοί μετάνιωσαν για την ψήφο τους στις 26 Ιουνίου, η διαβεβαίωση του αναρμοδίως αρμόδιου Τζον Κέρι, υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, ότι «υπάρχουν ορισμένα μέσα ώστε να ανατραπεί η απόφαση για την έξοδο της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση» μάλλον δεν αποκαλύπτει ιδιαίτερο σεβασμό προς τη λαϊκή ψήφο. Υπάρχει άλλωστε και το προηγούμενο της Ιρλανδίας, με τα δημοψηφίσματα να επαναλαμβάνονται (το 2001-2002 για τη συνθήκη της Νίκαιας και το 2008-2009 για τη Συνθήκη της Λισσαβώνας), ώσπου το «Οχι» να «ωριμάσει» σε «Ναι».

Αυτό είναι το ένα πρόβλημα (και) με τα δημοψηφίσματα: η περιφρόνηση του αποτελέσματός τους. Το δεύτερο πρόβλημα σχετίζεται με την αναπαράστασή τους από την πολιτική ρητορική, με τη διαχείριση που υφίστανται από τους οργανωτές της κοινής γνώμης (και ενίοτε εκβιαστές της, βάναυσους ή σοφιστικέ). Πριν και μετά τη δημοψηφισματική κάλπη το όλον κόβεται αναπόφευκτα σε δύο μισά, καθένα από τα οποία σπεύδει να αυτοχαρακτηριστεί «κόσμος του φωτός», να καταγγείλει το άλλο σαν «κόσμο του σκότους» και να προσπαθήσει να επιβάλει την ανάγνωση αυτή ανάλογα με τον αριθμό και το κύρος των μίντια που επηρεάζει. Προκύπτουν έτσι δύο κόσμοι του φωτός και ισάριθμοι κόσμοι του σκότους, οι οποίοι δεν συναντώνται πουθενά, επειδή, απλούστατα, δεν υπάρχουν, αλλά είναι διανοητικά κατασκευάσματα. Οπου φως, το ανοιχτό μυαλό, η ευαισθησία, η πνευματική ανωτερότητα, η ηθική υπεροχή, η ειλικρίνεια, η τόλμη, το αντιστασιακό φρόνημα: η Πρόοδος. Το συν. Και όπου σκότος, ο πρωτογονισμός, η ενδοτικότητα, η ιδιωτεία, η κοινωνική αδιαφορία, το βόλεμα, η δειλία, η υποκρισία, ο φιλοτομαρισμός: η Οπισθοδρόμηση. Το πλην.

Το είδαμε αυτό και πέρυσι, με το δικό μας δημοψήφισμα, το βλέπουμε και τώρα, με το βρετανικό. Σε δύο περιπτώσεις που το ενδιαφέρον τους ξεπερνούσε τα εθνικά όρια, εξ ου και η κινητοποίηση εκατοντάδων δημοσιογράφων και η δημοσίευση χιλιάδων αναλύσεων ή «αναλύσεων». Αποδείχτηκε, λοιπόν, ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο εύκολο (και περισσότερο αυτοδικαιωτικό) από το να κολλάμε τις ήδη έτοιμες ετικέτες μας πάνω στο ένα ή το άλλο μέρος του διχασμένου συνόλου. Ετικέτες απαξιωτικού περιεχομένου, όταν επικολλώνται στους άλλους, τους απέναντι, ή δοξαστικού, όταν προορίζονται για τους «δικούς μας». Τίποτε το ενδιάμεσο δεν υπάρχει, δεν του επιτρέπουμε εμείς στανικά να υπάρξει. Τίποτε που να ξεφεύγει από τα σιδερένια πλαίσια που εγκαθιστά ο μανιχαϊσμός μας, απονευρώνοντας τη σκέψη, εγκλωβίζοντάς τη στην ερημιά των κλισέ.

Πόσο παρηγορητικό είναι δεν το ξέρω, πάντως τους Βρετανούς πολίτες που επέλεξαν το Brexit τους χαρακτήρισαν ανώριμους και ηλίθιους, ναι, ηλίθιους, κάποιοι Βρετανοί αναλυτές, πριν τους περιλάβουν οι Ελληνες ομότεχνοι και ομοϊδεάτες τους, οι οποίοι και επανέλαβαν επιδεινωμένους τους ευτελιστικούς χαρακτηρισμούς, όσους είχαν χρησιμοποιήσει και πέρυσι, για τους Ελληνες «αρνητές». Από την άλλη, όσοι Αγγλοι, Σκωτσέζοι, Βορειοϊρλανδοί και –λιγότερο– Ουαλλοί προτίμησαν την παραμονή στη Ευρωπαϊκή Ενωση (όχι οπωσδήποτε για οικονομικούς λόγους, υπάρχουν και οι ισχυρότατοι πνευματικοί δεσμοί, που καθιερώνουν τα δικά τους αυτονόητα), βρέθηκαν χρεωμένοι με τον χαρακτηρισμό του νεοφιλελεύθερου, αν όχι και του υποτακτικού του Σόιμπλε. Δεν είναι ότι δεν καταλαβαίνουμε από σνομπισμό την επιλογή των άλλων που διαφέρει από τη δική μας. Είναι ότι δεν θέλουμε να την καταλάβουμε. Για να μη χάσουμε τις ναρκωτικές βεβαιότητές μας.