ΑΠΟΨΕΙΣ

Και στην κυβέρνηση και στους δρόμους

«​Αν δεν ήμασταν κυβέρνηση θα ήμασταν στους δρόμους για τον ΟΛΠ», δήλωσε χθες ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Μάκης Μπαλαούρας, μέλος της κίνησης των «53», βάζοντας το θέμα στις πραγματικές του διαστάσεις.

Ο,τι έχει προηγηθεί στον κυβερνητικό τραγέλαφο με την Cosco, λυγίζει μπροστά στη δύναμη της ειλικρίνειας του κ. Μπαλαούρα. «Δεν θέλουμε την ιδιωτικοποίηση του λιμανιού του Πειραιά», πρόσθεσε μιλώντας στον ραδιοσταθμό Παραπολιτικά. «Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υποχρεωμένος να υλοποιήσει τη συμφωνία διότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος, παλέψαμε και δεν τα καταφέραμε», εξήγησε ο κ. Μπαλαούρας. 

Σύμφωνα μάλιστα με τον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, «η κυβέρνηση βρίσκεται σε κατάσταση οδυνηρού συμβιβασμού».

Προς τι όλο αυτό το θρίλερ που εκτυλίχθηκε από προχθές, με τους Κινέζους να απειλούν με ακύρωση της εξαγοράς επειδή η κυβέρνηση άλλαξε όρους της συμφωνίας, με τον υπουργό Ναυτιλίας να κηρύσσει το δικό του αντάρτικο και στο τέλος την ελληνική πλευρά να αναδιπλώνεται μπροστά στον κίνδυνο πλήρους εξευτελισμού;

Ενώ ο κ. Μπαλαούρας έθεσε το ζήτημα εξ αρχής στη σωστή βάση: «θα ήμασταν στους δρόμους», «δεν θέλουμε την ιδιωτικοποίηση»! Ενα χρόνο μετά τα capital controls, τις αλυσιδωτές αντιδράσεις που προκάλεσαν στην αγορά (στις επιχειρήσεις, με άμεσο αντίκτυπο στις θέσεις εργασίας), την υπερήφανη διαπραγμάτευση και τη χειρότερη δυνατή συμφωνία που υπεγράφη, τίποτα δεν πείθει την κυβέρνηση πως εξακολουθεί να βρίσκεται στη λάθος κατεύθυνση. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος για να αντιληφθεί ότι συμπεριφορές όπως αυτή με την Cosco, επιδεινώνουν την εικόνα της χώρας ως επενδυτικού προορισμού.

Πριν από ένα μήνα (22/05) σε ομιλία του στη Βουλή ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε πει ότι «οι φιλελεύθερες πολιτικές απαιτούν και φιλελεύθερους πολιτικούς για να τις εφαρμόσουν». Δεν σημαίνει ότι η Ν.Δ. θα αλλάξει τη χώρα (όταν της δόθηκε η ευκαιρία δεν το έκανε), αλλά ο ορθολογισμός της σκέψης είναι ανακουφιστικός. Αν η καρδιά του ΣΥΡΙΖΑ είναι στους δρόμους, κάποιος θα πρέπει να αναλάβει την ευθύνη και το κόστος να κυβερνήσει τη χώρα. Γιατί ο κ. Μπαλαούρας δεν είναι μόνος του, τις απόψεις του δεν μοιράζεται μόνο με την «αριστερά γωνία» των «53». Η πλειοψηφία των συγκυβερνώντων ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι «κατά», εν γένει. Είτε πρόκειται για ιδιωτικοποιήσεις συμφωνημένες είτε για αποφάσεις ειλημμένες. Δεν είναι μόνο ψυχική η απόκλιση από τις κινήσεις που πρέπει να γίνουν υποχρεωτικά για να κάνουμε ένα μεγαλύτερο βήμα, να απομακρυνθούμε από την καταστροφή. Πώς μπορεί να μιλήσει κανείς για δείκτες ανάπτυξης την ίδια ώρα που ακόμα 12.500 εργαζόμενοι κινδυνεύουν να βρεθούν στον δρόμο; Είναι και τα επικοινωνιακά παιχνίδια, οι «προσφορές» στο εσωκομματικό ακροατήριο, οτιδήποτε χρειάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ για να κρατήσει τη στοιχειώδη ενότητα που του εξασφαλίζει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Οσο όμως ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να παραμείνει ενωμένος και αρραγής τόσο ο ανορθολογισμός οργιάζει και δυναμώνουν οι ριπές κατά της κοινής λογικής. Τόσο η κοινωνία διχάζεται, διαιρείται σε διαρκώς μικρότερα υποσύνολα, ο θυμός γίνεται ανεξέλεγκτος στρώνοντας τον δρόμο στη δημαγωγία και στον λαϊκισμό. Οσο κι αν το φαινόμενο αυτό είναι πανευρωπαϊκό και διεθνές (Τραμπ), η διάχυση δεν αποτελεί καθησυχαστικό επιχείρημα για την ελληνική συνθήκη. Το αντίθετο. Οι πιο αδύναμες κοινωνίες, θεσμικά ανοχύρωτες, αναξιοκρατικά δομημένες, είναι πιο ευάλωτες, έτοιμες να συνταχθούν με όσους εμφανίζονται ως σωτήρες – εκδικητές. Οι παλινωδίες του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι απωθητικές μόνο για τους επενδυτές. Είναι, πρωτίστως, για τους ίδιους τους πολίτες της χώρας που βλέπουν την πολιτική ηγεσία τους να κλείνει το ένα μάτι στους διαδηλωτές, υπογράφοντας με το άλλο, που τρεμοπαίζει από τα… δάκρυα και την υπερχρήση, την αποκρατικοποίηση του ΟΛΠ.