ΑΠΟΨΕΙΣ

Η «γωνιά παρατήρησης» του Δ.Ν. Μαρωνίτη

Τρεις, μπορεί και τέσσερις οι στρώσεις του σελοτέιπ, αδυνατούν να κρατήσουν το εξώφυλλο στη θέση του και να καλύψουν τη φθορά που άφησαν πάνω στο βιβλίο τα χρόνια και τα απανωτά διαβάσματα. Του 1973 η έκδοση, από τον Παπαζήση, με τη φροντίδα του Δήμου Μαυρομμάτη. «Αναζήτηση και νόστος του Οδυσσέα» είναι ο τίτλος του συναρπαστικού βιβλίου του Δ.Ν. Μαρωνίτη. Υπότιτλος, «Η διαλεκτική της Οδύσσειας». Σ’ αυτή τη μελέτη σταθμό για την αρχαιογνωσία μας, καταβάλλονται πυκνά τα γνωρίσματα της μαρωνίτειας αφηγηματικής σαγήνης. Με τη λαμπρή της μέθοδο και τα φιλολογικά ευρήματά της κατέδειξε πόσο δικαιώνεται η τέχνη της γραφής ως τέχνη μιας υψηλού επιπέδου συνομιλίας, όταν η πλούσια σκέψη ξέρει να μοιράζεται και θέλει να δωρίζεται. Κι όταν την υπηρετεί μια γλώσσα φίνα, λεπτοδουλεμένη και συνάμα στιβαρή· με τη λογιοσύνη της να μην κομπάζει και με μόνιμη την έγνοια να ξεφορτωθεί ό,τι θα θύμιζε τους τρόπους μιας ναρκισσευόμενης ρητορικής.

Στα γραφτά του Μαρωνίτη η δημοτική ξανοίχτηκε τολμηρή σε όλες τις δυνατότητές της και φανερώθηκε πλήρης, διαυγής και ακριβέστατη· οι θεωρητικοί τής «φτώχειας της νεοελληνικής» βρήκαν τον δάσκαλό τους, έστω κι αν δεν έπαψαν να αναμασούν τα ιδεολογήματά τους. Φανατικός της συζήτησης και της κόντρας ο Μαρωνίτης (στενοχωριόταν πάντα που τα ποικίλα συνέδρια τέλειωναν συνήθως άνευρα, χωρίς πολλές ερωτήσεις και αντιπαραθέσεις), έγραφε υποθέτοντας όχι έναν ακροατή/αναγνώστη αλλά έναν συνομιλητή.

Αναδιφώντας λοιπόν την «Αναζήτηση» κάνα-δυο μήνες πριν, κάτι να τσιτάρω, για το πώς ερμήνευε ο Μαρωνίτης, με ευρετική φιλολογική οξυδέρκεια, την κομβική μετοχή «οδυσσάμενος» στον στίχο τ 406 της «Οδύσσειας» (τότε ακόμα παρέπεμπε στην απόδοση του δασκάλου του, του Ι.Θ. Κακριδή, και του Νίκου Καζαντζάκη, αλλά ο δαίμων της μετάφρασης τον είχε ήδη επισκεφθεί), φανερώθηκε μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ένα δίφυλλο. Τίτλος του «Πολιτικό μανιφέστο για ιδιωτική χρήση». Υπογραφή, έπειτα από δυόμισι πυκνές σελίδες, Δ.Ν. Μαρωνίτης. Το τετρασέλιδο το είχε τυπώσει το 1974 σε πολλά αντίτυπα ο Αντώνης Καρκαγιάννης, δοκιμάζοντας να του προσφέρει έναν βίο κάπως μεγαλύτερο από τον εφήμερο της επιφυλλίδας. Κατά κάποιον τρόπο τα κατάφερε.

Στο μανιφέστο του ο Μαρωνίτης, στα 45 του, θυμάται και αναπαράγει όσα είχε πει στους φοιτητές του τον Γενάρη του 1968, στο τελευταίο του μάθημα στη Φιλοσοφική Σχολή της Θεσσαλονίκης, πριν τον αποπέμψουν οι χουνταίοι «επίγονοι του Μεταξά», όπως τους χαρακτηρίζει. Ενα μάθημα ανένδοτης ελευθεροφροσύνης: «1) Κρατήστε ξύπνιο το μυαλό σας στους σκοτεινούς καιρούς. Μ’ αυτό κυρίως θα πολεμήσετε τη βαναυσότητα της εξουσίας. 2) Μην απομονωθείτε. Με το λόγο, τη σιωπή και την πράξη σας σταθείτε πλάι σε κάποιον: στη μάνα σας, στον αδελφό σας ή στο φίλο σας, και προπαντός στα νεότερα παιδιά, που περιμένουν από σας να δουν αν θα τους φράξετε ή θα τους ανοίξετε το δρόμο της ελεύθερης αναπνοής. 3) Μη φοβάστε τους ανθρώπους που έχουν ρωμαλέα πάθη: όσους οργίζονται, πίνουν και αγαπούν. Πολεμάτε μόνον τους κάπηλους της ελληνοχριστιανικής ηθικολογίας. Απομονώστε όσους συνεχώς χαμογελούν, που όταν μιλούν δεν σας κοιτούν στα μάτια, κι όταν τους δίνετε το χέρι, δεν ξέρουν ή δεν θέλουν να το σφίξουν. Ανάμεσά τους θα βρείτε τους χαφιέδες. 4) Σηκώστε με σεμνότητα το χρέος που σας ανήκει. Φανείτε εις μικρόν γενναίοι».

Από τις παραγράφους που πρόσθεσε τους πρώτους μήνες της μεταπολίτευσης ο Μαρωνίτης, σαν επίμετρο στο μανιφέστο του 1968, αντιγράφω εκείνη που ορίζει επακριβώς την ευθύνη του κριτικού λόγου: «Ενας μονάχα τρόπος κριτικής είναι αξιοσέβαστος και γόνιμος: να μιλάς για το ποτάμι, την ώρα που είσαι μέσα κι όσο είσαι μέσα στον ποταμό. Ο ρόλος του επόπτη που παριστάνει τον μεταφυσικό της ιστορίας είναι νόθος και κατά κανόνα αντιδραστικός. Αυτό σημαίνει παραπέρα πως κάθε κριτής ελέγχεται πρώτα και κυρίως από το αν εκθέτει ταυτόχρονα και τη συγκεκριμένη γωνιά που του εξασφαλίζει την άνεση της παρατήρησης. Αλλιώς δεν αξίζει καν τον κόπο να τον ακούμε, κι ας λέει πράγματα σοφά». Και σήμερα, δεν περισσεύει ούτε λέξη σ’ αυτόν τον ορισμό μιας κριτικής που την τιμιότητα και το δίκιο της τα επικυρώνει το ρίσκο που παίρνει.

Ο Μαρωνίτης έγραφε, μετέφραζε, ασκούσε κριτική, και πολεμική ακόμα, πολιτευόταν, συγκρουόταν για το θέμα «γλώσσα» ή «αρχαία και νέα Ελλάδα» όντας μέσα στο ποτάμι, όχι ασφαλισμένος σε κάποια όχθη του. Εκτεθειμένος αρκετές φορές στη χυδαιολογούσα κακότητα των «καπήλων της ελληνοχριστιανικής ηθικολογίας» των ημερών μας, επιγόνων πια και της δικτατορίας και του Μεταξά. Και προδικτατορικά, και στην επταετία, που τον κυνήγησε και τον φυλάκισε, και σε μια μεταπολίτευση που οι καρποί της ήταν λιγότεροι και λιγότερο νόστιμοι απ’ ό,τι ελπίζανε οι όντως αντιστασιακοί, διεκδικούσε με αμείωτο πάθος την πολύτιμη και ανεξαργύρωτη ιδιότητα του πολίτη. Ετσι εννοούσε την αντιδογματική αριστεροσύνη του, κι έτσι τη ζούσε. Την ιδιότητα του πολίτη ακριβώς, του εμπαθούς και εντός κόσμου διανοούμενου, και όχι του απόμακρου και δήθεν ουδέτερου παρατηρητή, επαλήθευε κάθε του κείμενο, προγραμματισμένο για την εφήμερη ζωή της επιφυλλίδας ή για την κάπως μεγαλύτερη ενός βιβλίου ή και περιοδικού. Και μέχρι τέλους: Στις 18 Ιουνίου, στην ύστατη επιφυλλίδα του στο «Βήμα», δήλωνε και πάλι μαχητικά παρών σε έναν ιδεολογικό παρά φιλολογικό πόλεμο που δεν φαίνεται ότι θα λήξει ποτέ, έναν πόλεμο με επίδικο το τι είμαστε οι νέοι Ελληνες και τι θέλουμε να γίνουμε, και πώς θα μετατρέψουμε τους αρχαίους σε συμμάχους, παύοντας να τους χρησιμοποιούμε σαν άλλοθι, σαν τεκμήριο αιώνιας υπεροχής ή σαν ξόανα προς λατρείαν. Και τόνιζε, και πάλι, ότι στόχος δεν μπορεί να είναι παρά «η αποφόρτιση του αρχαίου κόσμου από ιδεολογικές παραμορφώσεις και η ανάδειξη της πραγματικής ιστορικής του αξίας, αποτυπωμένης τόσο στην εξελισσόμενη ελληνική γλώσσα όσο και στα διαδοχικά του κείμενα». Υπεραγαπούσε τα αρχαία, πώς αλλιώς. Και γι’ αυτό πάσχιζε να τα προστατέψει από την καπηλεία.

Τα δοκίμια του Μαρωνίτη για σπουδαίους Νεοέλληνες ποιητές και οι μεταφράσεις των πρωτοκορυφαίων της αρχαίας γραμματείας (Ομηρος, Ησίοδος, Ηρόδοτος, Σοφοκλής), δημιουργήματα της φιλολογικής του αρματωσιάς και της αφηγηματικής μαστοριάς του, πιστοποιούν πως ούτε της αρχαίας Ελλάδας τα γράμματα και τα πράγματα γενικότερα ούτε της νεότερης μπορούμε πια να τα μελετάμε δίχως να παίρνουμε σοβαρότατα υπόψη τη δική του γωνιά παρατήρησης και το πρίσμα του. Αλλη εκδοχή αθανασίας δεν υπάρχει.