ΑΠΟΨΕΙΣ

«Τώρα που ναυάγησα, έχω καλό ταξίδι»

Ηταν πέρυσι τέτοια εποχή. Και όμως. Μοιάζει σαν να μην πέρασε μια μέρα από την ολονυχτία της ψήφισης του τρίτου μνημονίου στις 13 Αυγούστου του 2015. Τότε που η αποχώρηση ενός μεγάλου μέρους του ΣΥΡΙΖΑ από το κόμμα και την κυβέρνηση δημιούργησε την ψευδαίσθηση εντός και εκτός συνόρων ότι η χώρα θα επέστρεφε σε μια ευρωπαϊκή κανονικότητα και ότι μετά τις εκλογές ο Αλέξης Τσίπρας θα επέλεγε ένα πιο κεντροαριστερό και πιο προοδευτικό κυβερνητικό σχήμα.

Οι προσδοκίες διαψεύστηκαν. Μαζί με αυτές και η πεποίθηση ότι επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ διέβη τον Ρουβίκωνα του μνημονίου θα μεταμορφωνόταν από αντιμνημονιακή κάμπια σε μνημονιακή πεταλούδα. Εναν χρόνο μετά, η κυβέρνηση μοιάζει να ταλαντεύεται αενάως ανάμεσα στην πρώιμη αντιμνημονιακή και την ύστερη μνημονιακή της φάση, που συνοδεύεται από διπολική διαταραχή (και με τον αστυφύλακα και με τον χωροφύλακα). Καθυστερήσεις, παλινωδίες και καθημερινές παραφωνίες υπουργών και κυβερνητικών στελεχών υποτίθεται ότι δεν είναι συμβατές με την επίσημη κυβερνητική γραμμή. Ή μήπως η κυβερνητική γραμμή είναι ότι δεν υπάρχει επίσημη γραμμή και η διγλωσσία είναι ο σατανικός τρόπος για να ικανοποιούνται όλα τα εκλογικά ακροατήρια και μαζί με αυτά και το συριζαϊκό κομματικό ακροατήριο;

Υπουργοί που δεν θέλουν τις ιδιωτικοποιήσεις αλλά αναγκάζονται να τις υλοποιήσουν, στελέχη που εκφράζουν την αριστερή συνείδηση του κόμματος συχνά ενάντια σε βασικές αρχές της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μια κυβέρνηση που εφαρμόζει το μνημόνιο όχι επειδή πιστεύει ότι μπορεί εντέλει να προκύψει κάτι θετικό για τη χώρα αλλά επειδή «εκβιάστηκε» σύμφωνα με την επίσημη κομματική αφήγηση. Η κυβέρνηση δίνει την εντύπωση ότι συμπεριφέρεται σαν τους Στωικούς. Σημασία δεν έχουν τα πράγματα, αλλά η στάση μας απέναντι στα πράγματα. Τίποτα δεν είναι αληθινό, δεν μπορούμε να ελέγξουμε τα πράγματα και άρα δεν αξίζει να στενοχωριόμαστε για τίποτα.

Εκτός ίσως από το αν η κρίση έφερε τα μνημόνια ή τα μνημόνια την κρίση. Εξίμισι χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης μέρος της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος αναρωτιέται ακόμη αν η κρίση έφερε το μνημόνιο ή το μνημόνιο την κρίση. Μοιάζει σαν να μην έχουμε αποφασίσει να προχωρήσουμε μπροστά ως μέρος του δυτικού κόσμου, αλλά σαν να φλερτάρουμε μονίμως με το παρελθόν, την οπισθοδρόμηση, τη δαιμονοποίηση, τα ανατολίτικα στερεότυπα. Υπάρχει, άραγε, Ελληνας πολίτης που να μην άκουσε τις θεωρίες συνωμοσίας του Ταγίπ Ερντογάν για τα ξένα κέντρα που, αν δεν σχεδίασαν, υποτίθεται ότι συμμετείχαν στον σχεδιασμό της απόπειρας πραξικοπήματος και να μην ταυτίζεται σε έναν βαθμό μαζί του; Η αλλοπρόσαλλη ρητορική του θυμίζει πολύ το αφήγημα που καλλιεργήθηκε από το πάλαι ποτέ αντιμνημονιακό τόξο και με ευθύνη τής τότε αντιπολίτευσης και το οποίο απογείωσε και εξακολουθεί να απογειώνει ο ΣΥΡΙΖΑ, παρότι έγινε κυβερνητικός.

Και ενώ η υπόθεση της δίωξης του Ανδρέα Γεωργίου εξάπτει τη συνωμοσιολογική φαντασία, μεγάλο μέρος της κοινωνίας φαίνεται να έχει αποδεχθεί περίπου ως νομοτέλεια την εξίσωση προς τα κάτω που επιφέρει η κυβερνητική πολιτική. Παρακολουθεί στωικά σαν να μην πιστεύει σε τίποτα και να μην ελπίζει σε τίποτα. Κυβέρνηση και κοινωνία μπορεί να μη συμπλέουν αυτή την περίοδο, λόγω των μέτρων που τώρα γίνονται αισθητά. Ομως και οι μεν και οι δε θυμίζουν τον Ζήνωνα. Οταν ναυάγησε το καράβι με το οποίο ταξίδευε και έχασε όλη του την περιουσία, αναφώνησε το περίφημο «τώρα που ναυάγησα, έχω καλό ταξίδι».