ΑΠΟΨΕΙΣ

Με πρόσχημα μία «άφιξη»

​​Ο τίτλος ταιριάζει στο πνεύμα της Πρωτοχρονιάς: η «Aφιξη». Θα μπορούσε να υπονοήσει κανείς, το άγνωστο ή το καινούργιο. Και η αλήθεια είναι ότι δεν θα πρόδιδε το περιεχόμενο της ταινίας του Καναδού σκηνοθέτη Ντενί Βιλνέβ που βασίζεται στο διήγημα του Τεντ Τσιανγκ «Η ιστορία της ζωής σου».

Ως είδος κατατάσσεται στην επιστημονική φαντασία, αλλά πρόκειται μάλλον για πρόσχημα. Αν εξαιρέσει κανείς τις απλοϊκές παραμέτρους που έχουν να κάνουν με τις πολιτικές αντιδράσεις και την αδυναμία συνεννόησης ανάμεσα στους ηγέτες των ισχυρών κρατών του πλανήτη, στην είδηση της εισβολής εξωγήινων στη Γη, το μέρος της ταινίας που αναπτύσσεται γύρω από την εξω-γλωσσική προσπάθεια επικοινωνίας με τα ασπόνδυλα όντα ανθολογείται.

Η «Αφιξη», αν και δεν είναι μια οραματική ή μια εγκεφαλική ταινία, όπως το «Σολάρις» του Ταρκόφσκι, παρασύρει σε ένα ταξίδι αναζήτησης που συνδέεται με το πεπερασμένο της επικοινωνίας και, ενδεχομένως, του χρόνου. Αντίθετα, η μνήμη και οι άπειροι συνδυασμοί της εισχωρούν κάτω από την επιφάνεια των λέξεων αποκαλύπτοντας κόσμους υπαρκτούς μεν, αθέατους δε.

Κεντρικό πρόσωπο μία γλωσσολόγος-αυθεντία στην επιστήμη της (εξαιρετική η Εϊμι Ανταμς), η οποία έχει βιώσει την τραγική απώλεια της κόρης της. Τα συμβάντα τα αφηγείται συνοπτικά ο σκηνοθέτης στα πρώτα λεπτά της ταινίας, πυκνώνοντας αδιέξοδα το συναίσθημα του θεατή. Υπάρχει λόγος γι’ αυτό: ο ρεαλισμός της αρχής δρα συμπληρωματικά αλλά και αντιστικτικά με τον φανταστικό ρεαλισμό της συνέχειας. Η γλωσσολόγος καλείται από την κυβέρνηση να συναντήσει τους εξωγήινους και να αποκωδικοποιήσει τα μηνύματά τους. Τα διαστημόπλοιά τους μοιάζουν με τεράστιους μακρόστενους ογκόλιθους (μενίρ) και καθόλου με hi-tech ιπτάμενους δίσκους. Το εξωτερικά πρωτόγονο περικλείει έναν χώρο αδειανό (σαν σκηνή ) και στο βάθος μια τεράστια τζαμαρία-οθόνη, πίσω από την οποία εμφανίζονται οι ασπόνδυλοι εισβολείς, προ (σ)φέροντας σχήματα κυκλικά αντί για λέξεις.

Τα εμβρόντητα μάτια των επιστημόνων της αποστολής δίνουν σιγά σιγά τη θέση τους στην αγωνία της επικοινωνίας. Ενός στοιχήματος που απαιτεί μια παραισθητική σχέση με την επιστήμη. Η ηρωίδα βυθίζεται σε ένα προσωπικό βάσανο όπως γίνεται με τον Κέλβιν στο «Σολάρις» του Ταρκόφσκι. Περιπλανιέται σε έναν ωκεανό μνήμης. Αφήνεται σε δίνες που τη συνδέουν με τη νεκρή κόρη της, σαν να ανακαλύπτει δωμάτια ενός σπιτιού που ανοίγονται μπροστά της κάθε φορά που έρχεται σε επαφή με τα μη πλάσματα.

Τα «όντα» αυτά, σαν πίνακες που ζωγραφίζονται, από ένα αόρατο χέρι, σε κάθε συνάντηση εξαρχής, προκαλούν ένα επίπονο γλίστρημα σε έναν κόσμο εσωτερικό και ανεξερεύνητο.

«Από το μικρόκοσμο έως το σύμπαν, ο δρόμος ακολουθεί τις συμβατικότητες της επιστημονικής φαντασίας. Από το σύμπαν έως τον μακρόκοσμο άνθρωπο, η πορεία γίνεται αναζήτηση, πυρετώδης έρευνα του ίδιου του εαυτού που είναι χαμένος και μετά ξαναβρίσκεται καταμεσής στην απεραντοσύνη», έγραφε ο Antoine de Baecque στο βιβλίο του για τον «Αντρέι Ταρκόφσκι», αναφερόμενος στο «Σολάρις». Μια σκέψη που δεν απέχει από την ιστορία της «Αφιξης».

Η γλωσσολόγος Λουίζ Μπανς είναι μια γυναίκα που κοιτάζοντας στο κενό κάνει άλματα στη ζωή και βρίσκει τον εαυτό της. Ο Κρις Κέλβιν επιλέγει να μείνει στον πλανήτη Σολάρις ανασυνθέτοντας με τη μνήμη του την αγκαλιά του πατέρα του, τη γενέθλια γη.

Και στις δύο ταινίες, η εσωτερική περιπέτεια καλύπτει τη διαστημική περιπέτεια. Μπορεί όχι στον ίδιο βαθμό, καθώς η μυστικιστική διαδρομή του Ταρκόφσκι είναι πιο σύνθετη, πιο δαιδαλώδης και εν τω βάθει μυστηριώδης. Η «Αφιξη» αποτυπώνει τον φόβο και τον κίνδυνο από την παγκόσμια ασυνεννοησία, έχοντας ως καύσιμο την ένταση της εσωτερικής αρρυθμίας. Εν τέλει, επί της ουσίας, δεν απομακρύνεται και πολύ από την προς Κορινθίους επιστολή: «Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον».