ΑΠΟΨΕΙΣ

Νίκος Βούτσης: Τα ένστικτα, τα γούστα και το wiki-σύνταγμα

08s10s3voyst

Δεν γουστάρουμε. Σύμφωνα με την «Αυγή», ο πρόεδρος της Βουλής είπε, χρησιμοποιώντας μάλλον πληθυντικό αντάξιο του αξιώματός του, ότι «δεν γουστάρουμε τα απολιτίκ ένστικτα του κόσμου να ενεργοποιούνται με λάθος τρόπους». Το είπε προχθές, ανακοινώνοντας ότι θα εξαναγκάσει όσους πρώην βουλευτές είχαν πάρει δάνειο από τον «Ειδικό Λογαριασμό Αλληλεγγύης της Βουλής» να το αποπληρώσουν.

Πριν περάσουν 24 ώρες, τα θεσμικά γούστα του Νίκου Βούτση ήρθαν να διαταράξουν δύο υποθέσεις, που λειτούργησαν ως προσάναμμα αντικοινοβουλευτικών ενστίκτων. Η πρώτη ήταν η δική του απόφαση να χορηγήσει 25.000 ευρώ στην Εταιρεία Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας. Και η δεύτερη ήταν η ρύθμιση με την οποία μειώνεται κλιμακωτά η εισφορά αλληλεγγύης που κατέβαλλαν τα πολιτικά πρόσωπα.

Πώς δοκίμασε ο Βούτσης να υπερασπιστεί το κύρος του ιδίου και του Κοινοβουλίου; Στην πρώτη περίπτωση αντέδρασε σουρεαλιστικά: δικαιολόγησε τη χορηγία ως αντίδωρο σε ένα σκίτσο του Νταλί που έδωσαν στη Βουλή τα μέλη του σωματείου. Στη δεύτερη περίπτωση, δικαιολόγησε χλιαρά τη φορολογική ρύθμιση, αλλά δεν την επωμίστηκε. Την παρουσίασε ως δημοσιονομικώς ορθή, αλλά φρόντισε ταυτόχρονα να αποδώσει την πατρότητά της στον πεφιλημένο του υπουργό Οικονομικών.

Ηταν ένας τυπικός βούτσειος χειρισμός. Αναλαμβάνοντας την προεδρία του Κοινοβουλίου μετά την πιο τραυματική του περίοδο στην πρόσφατη μεταπολιτευτική ιστορία, ο Βούτσης δεν χρειαζόταν να κάνει πολλά για να φανεί επιτυχημένος. Αρκούσε ότι εξασφάλισε στοιχειωδώς τη διαδικαστική ρουτίνα, που είχε εκτραπεί σε κάτι σαν μεταμεσονύκτιο πολιτικό Survivor. Ταυτόχρονα κατάφερε και κάτι επιπλέον: να κινηθεί περιστασιακά σε γραμμή θεσμικά πιο ψύχραιμη, σε σύγκριση με τα στρατηγήματα του κόμματός του. Βοήθησε, ας πούμε, στη συγκρότηση του ΕΣΡ, μετά το ναυάγιο του εγχειρήματος των τηλεοπτικών αδειών. Και, με κάποιο προσωπικό κόστος, διαχώρισε τη θέση του από μιντιακές παραφυάδες του ΣΥΡΙΖΑ, όταν η σκανδαλοθηρία τους πήρε τη μορφή λασποπλημμύρας.

Η πολυπραγμοσύνη του, πάντως, αποδείχθηκε πολύ επεκτατική για να χωρέσει στο κοστούμι του θεσμικού του ρόλου. Μιλάει σε κομματικές εκδηλώσεις. Δίνει περίπου όσες συνεντεύξεις έδινε όταν ήταν απλός βουλευτής – συνήθως στον ίδιο, οπαδικό, τόνο. Συμμετέχει στα παίγνια εσωκομματικής ισχύος του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να νοιάζεται και πολύ να το κρύψει. Χωρίς, ας πούμε, να διστάζει να ρίξει εν ολομελεία μια τάπα στον Τσακαλώτο.

Οχι, ο Βούτσης δεν ανήκε στο είδος του πολιτικού που θα έβαζε την προσωπική του ατζέντα σε αναστολή, για να προστατεύσει το αξίωμά του. Αυτό, ωστόσο, δεν τον εμποδίζει να διεκδικεί ενίοτε να μιλάει από τον θεσμικό του άμβωνα, σαν θεματοφύλακας που αμύνεται στην «αντιπολιτική τάση που υπάρχει σε ένα μέρος της κοινωνίας».

Είναι πολύ δύσκολο να κρατήσει ο Βούτσης αυτήν την άμυνα. Οχι επειδή δεν γίνεται όντως λαϊκιστική σπέκουλα με τα οικονομικά των βουλευτών. Ούτε επειδή το κόμμα του κάποτε υποδαύλισε και νομιμοποίησε το κύμα της αντικοινοβουλευτικής μούντζας. Αλλά επειδή εξακολουθεί και τώρα να διαβρέχεται από αυτό το κύμα.

Την ώρα που ο πρόεδρος της Βουλής έκανε επίδειξη θεσμικής ευαισθησίας, ο πρωθυπουργός κήρυττε την έναρξη της κυβερνητικής καμπάνιας για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Της καμπάνιας που, χωρίς να έχει κινηθεί θεσμικά η αναθεωρητική διαδικασία, φιλοδοξεί να την προκαταλάβει μέσω μιας διαδικτυακής δημοσκόπησης για το Σύνταγμα.

Εχει δίκιο ο πρόεδρος της Βουλής που ανησυχεί για την αντικοινοβουλευτική διαπαιδαγώγηση του «κόσμου». Δεν βλέπει όμως ποιος, στο όνομα των θεσμών, μεθοδεύει την παράκαμψή τους. Ποιος, εμφορούμενος από την κουλτούρα της πλατείας, διατείνεται ότι θα «επαναθεμελιώσει» το Σύνταγμα ως wiki-σύνταγμα, ενώ στην πραγματικότητα δεν ψάχνει ούτε αυτό. Ψάχνει, διά του Συντάγματος, έναν αντιπερισπασμό της στιγμής.

Εχει δίκιο ο Βούτσης που ανησυχεί για τα «ένστικτα». Αλλά δεν βλέπει ποιος τα ταΐζει.