ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια σκέψη του Σεφέρη το ’47

​Από το ξεκίνημα της κρίσης, το εμφυλιοπολεμικό πνεύμα βρίσκεται σε μια, σχεδόν, ημερήσια διάταξη. Αλλοτε ως ρητορική (πόλωσης, τοξικότητας, μίσους ακόμα: «γερμανοτσολιάδες», «εθνοπροδότες», «γουναράδικα» κ.ά.) άλλοτε ως ευθεία αναφορά σε πρόσωπα και συμβάντα εκείνης της ταραγμένης περιόδου. Ολο αυτό ενέχει μια θλίψη, συχνά μια μιζέρια, συχνότερα ακόμα μιαν ανησυχία. Αυτές τις μέρες, τη συζήτηση (και την αφοριστική παραφιλολογία στα κοινωνικά δίκτυα) μονοπώλησε η υπόθεση Νίκου Μπελογιάννη, με τα εγκαίνια του ομότιτλου μουσείου απ’ τον πρωθυπουργό.

Στο βιβλίο του «Ο καθρέφτης και το μαχαίρι» (εκδ. Ικαρος, 1988) ο Μάνος Χατζιδάκις διηγείται πώς γνώρισε τον Γιώργο Σεφέρη καταμεσής του Εμφυλίου. «Η Γερτρούδη Στάιν είχε πρωτομιλήσει για μένα στον Σεφέρη», γράφει ο Χατζιδάκις. «Οταν επέστρεψε απ’ το Λονδίνο στην Αθήνα, θέλησε να με γνωρίσει, και τη συνάντηση ανέλαβε ο Κατσίμπαλης. Ενα δείπνο στο σπίτι της Αγγελικής Χατζημιχάλη. Μα ξέσπασε ο εμφύλιος – ήταν Δεκέμβριος του 1945 (σ.σ.: εδώ πρέπει να υπάρχει τυπογραφικό λάθος και να εννοεί τον Δεκέμβριο του 1944) και υποχωρούσα προς την Καστοριά μαζί με τον στρατό του ΕΛΑΣ (σ.σ.: ο Χατζιδάκις υπήρξε μέλος της ΕΠΟΝ). Ετσι καθώς υποχωρούσαμε, διάβαζα με απορία το “Μυθιστόρημα” (σ.σ.: την εμβληματική ποιητική σύνθεση του Σεφέρη). Τέλος, τον γνώρισα το 1947. Θέλησα να μου εξηγήσει όλα τα σχετικά με την “Ερημη χώρα” (σ.σ.: την κορυφαία ποιητική σύνθεση του Τ. Σ. Ελιοτ, που είχε επηρεάσει τον Σεφέρη και που ο τελευταίος έμελλε να γυρίσει στα ελληνικά το 1949). – Τι θέλετε να μάθετε; μου λέει. – Ποια είναι; τον ρωτώ. Μου απαντά: – Ο τόπος μας. Προσπαθήστε να τον γνωρίσετε. Δεν έχω άλλο να σας πω».

Ποια είναι η έρημη χώρα, λοιπόν; Η Ελλάδα. Ποια όμως; Η Ελλάδα του 1947 (του Εμφυλίου, δηλαδή), η Ελλάδα της σημερινής κρίσης ή (ακόμα χειρότερα) η Ελλάδα διαχρονικά; Μεγάλη κουβέντα· τολμώ μια προσωπική εντύπωση: παρότι η συνάντηση γίνεται πάνω σε μια στιγμή που ο Εμφύλιος φουντώνει (και, βέβαια, έχουν προηγηθεί η Κατοχή, τα Δεκεμβριανά, τα Τάγματα Ασφαλείας, η ΟΠΛΑ, οι Χίτες κτλ.), ο ποιητής μοιάζει να υπαινίσσεται πως μιλάει για την Ελλάδα ως μια διαχρονικά «έρημη χώρα».

Ανεξάρτητα ωστόσο από το τι ακριβώς σκεφτόταν ο Σεφέρης, φοβάμαι πως με έναν μαζοχιστικό τρόπο ακκιζόμαστε με το να βλέπουμε την Ελλάδα (τους εαυτούς μας, με άλλα λόγια) ως «έρημες χώρες»: ηττημένοι, «πάντα γελαστοί και πάντα γελασμένοι» (από τις ξένες δυνάμεις συνήθως· από τον Αλλο γενικώς), παραιτημένοι στη γλυκόπικρη ζάλη μιας «ποίησης της ήττας» (με την ευρύτερη έννοια, όχι μόνον με αυτή της γνωστής γενιάς στα φιλολογικά). Πρόκειται για μια στάση που υπερβαίνει ιδεολογίες, αν και η ελληνική Αριστερά έχει ειδική σχέση με αυτή: η ήττα το ’49, οι εξορίες και τα εκτελεστικά αποσπάσματα (όπως του Μπελογιάννη) ανακυκλώνονται μέσα από μια άγονη επανάληψη γεμάτη διδακτισμό, όπου μάλιστα η ήττα αυτή λογίζεται (εντελώς αυθαίρετα) σαν ήττα «όλων των Ελλήνων».

Μήπως ο Σεφέρης υπονοούσε μια θυματολαγνεία εις τον αιώνα των αιώνων γεμάτη ηρωικώς πεσόντες (για τη Δεξιά) και ηρωικώς εκτελεσθέντες (για την Αριστερά); Μήπως ο ποιητής των «σπασμένων αγαλμάτων» έβλεπε σε αυτή την ιεροποίηση της ήττας, τη στειρότητα, την αντιπαραγωγική νοοτροπία – συνεπώς, μια μόνιμη «έρημη χώρα» γεμάτη ηττοπαθείς πολίτες; Η ήττα, βλέπετε, βολεύει· η νίκη σε θέτει ενώπιον των ευθυνών σου.

Δεν θα τολμούσαμε να βάλουμε ξένα λόγια στο στόμα του μεγάλου ποιητή. Να κρατήσουμε μονάχα ατόφια τα δικά του: «Ο τόπος μας. Προσπαθήστε να τον γνωρίσετε. Δεν έχω άλλο να σας πω».