ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

Σωκράτης Παπασταθόπουλος
Το ωφέλιμο δάκρυ της άμυνας

prosopa-tis-evdomadas0Δ​​εν είναι αυτό που θα λέγαμε gastarbeiter. Βγάζει πάρα πολλά λεφτά για να μπορεί κάποιος εύκολα να τον μετρήσει στο νέο κύμα ελληνικής διασποράς που προκάλεσε η κρίση. Και ωστόσο η μοίρα του Σωκράτη Παπασταθόπουλου έχει χαρακτηριστικά που βρίσκει κανείς και στους λιγότερο προνομιούχους της γενιάς του. Είναι κι αυτός ένας επαγγελματίας που, παρότι Ελληνας, κατάφερε να σταδιοδρομήσει ενταγμένος αρμονικά σε ένα γερμανικό σύνολο. Μετέχει δηλαδή στο παράδοξο των βλαστών του ελληνικού συστήματος, που θάλλουν όταν μεταφυτεύονται σε ξένο έδαφος.

Η αλήθεια είναι ότι πολύ πριν γίνει σκέτο Sokratis –όπως τον ξέρουν οι οπαδοί της Borussia Dortmund– ο Παπασταθόπουλος είχε δείξει ωριμότητα. Στην αναπαράσταση της προϊστορικής αγέλης των κυνηγών, που είναι –σύμφωνα με μια ανθρωπολογική εκδοχή– το ποδόσφαιρο, ο Παπασταθόπουλος είχε από πολύ νωρίς δείξει κλίση για τον δυσκολότερο ρόλο. Για τον ρόλο που απαιτεί περισσότερο μυαλό, παρά πόδια – περισσότερο προσήλωση στο πλάνο, παρά φαντασία. Από τότε που η ΑΕΚ τον είχε στείλει στη Νίκη Βόλου για να ψηθεί, ο Sokratis είχε αποδείξει ότι διέθετε τη «γερμανική» ψυχραιμία που κάνει τους μεγάλους αμυντικούς.

Ισως λόγω αυτού του ψυχρού αγωνιστικού χαρακτήρα να προκάλεσαν περισσότερη εντύπωση τα δάκρυά του μετά το τέλος του παιχνιδιού με τη Μονακό. «Δεν είμαστε ζώα. Είμαστε άνθρωποι», εξήγησε. Το ίδιο είπε και ο προπονητής του. Το ίδιο και οι συμπαίκτες του, τσακισμένοι ακόμη από το τρομοκρατικό χτύπημα που θα μπορούσε να τους είχε σκοτώσει. Πού καρδιά για μπάλα;

Και όμως. Οι παίκτες της Dortmund έπρεπε να κατέβουν στο γήπεδο, όχι επειδή περίμενε κανείς να είναι έτοιμοι για ποδόσφαιρο. Αλλά γι’ αυτό που κατάλαβε ο πρόεδρος της ομάδας. Γιατί «είμαστε κάτω από τον μεγεθυντικό φακό της παγκόσμιας κοινής γνώμης για λογαριασμό της ελευθερίας».

Ενας Ευρωπαίος σήμερα είναι απείρως πιθανότερο να πεθάνει από παχυσαρκία, παρά από τρομοκρατική ενέργεια. Οπως το διατύπωσε προκλητικά σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Spiegel ο Ισραηλινός ιστορικός Γιουβάλ Νώε Χαράρι, για έναν κάτοικο της Δύσης «η Coca-Cola είναι πολύ μεγαλύτερη απειλή από την Αλ Κάιντα».

Πρόκειται για παραπειστική διατύπωση που μετράει μόνο την, όντως αμελητέα, δύναμη πυρός της τρομοκρατίας. Δεν μετράει το ωστικό κύμα που προκαλεί στη συλλογική ψυχολογία. Δεν μετράει την ασύμμετρη ικανότητά της να εγκαθιστά ψυχολογία πολέμου στο κέντρο της ειρηνικής ζωής. Υπό το καθεστώς αυτού του φόβου κινδυνεύει η φιλελεύθερη κοινωνία να αναστείλει μόνη της τη ζωή της, νομίζοντας ότι έτσι την προστατεύει.

Μπορεί η απόφαση της UEFA για τη διεξαγωγή του παιχνιδιού να φάνηκε απάνθρωπη στον Παπασταθόπουλο και στους συμπαίκτες του. Ομως έπρεπε να παίξουν. Οχι για την μπάλα. Αλλά για την άμυνα στον τρόμο.

Νίκος Πορτοκάλογλου
Υπάρχει λόγος σοβαρός

prosopa-tis-evdomadas2Κ​​άποτε αν άκουγες, ας πούμε Θεοδωράκη και διάβαζες «Αυγή», όλοι ήξεραν τι ήσουν. Κι αργότερα, όταν τα αίματα είχαν κρυώσει, αν άκουγες Ρίτα και διάβαζες «Αυριανή», όλοι ήξεραν τι ψήφιζες. Αν όμως άκουγες Φατμέ;

Τέκνο της δεκαετίας του ’80, ο Νίκος Πορτοκάλογλου άρχισε να γράφει τραγούδια όταν μπορούσαν πια να συναντηθούν όλοι στο ίδιο ακροατήριο, χωρίς πιστοποιητικά αισθητικών ή πολιτικών φρονημάτων.

Το ύφος που υπηρέτησε δεν ένιωθε την ανάγκη να επιβληθεί ως έντεχνο, ούτε φοβόταν μήπως παρεξηγηθεί για λαϊκό. Απηχούσε την ώσμωση που είχε ήδη συντελεστεί κοινωνικά – την άρση των παλαιών διχασμών. Τη θραύση των κληρονομημένων στερεοτύπων.

Ετσι συνέχισε κι αργότερα ο Πορτοκάλογλου, γράφοντας μια ποπ με στιβαρό στίχο, που είχε και τις σαββοπουλικές στιγμές της – χωρίς το ποιητικό βάθος, αλλά και χωρίς τον διδακτισμό του Σαββόπουλου. Ακόμη και τα πολιτικά του τραγούδια είχαν μια γλυκύτητα που δεν σου επέτρεπε να τα κατατάξεις ως πολιτικά – είχαν πάντα το ένα μάτι στη συλλογική και το άλλο στην ατομική μοίρα.

Ο Πορτοκάλογλου δεν άλλαξε. Μουσικά συνέχισε να πειραματίζεται. Αλλά το τραγουδοποιητικό του ύφασμα παρέμεινε ίδιο, παρά τις αλλαγές στα χρώματα. Παρέμεινε το απαλό ύφασμα ενός δημιουργού που εμπνέεται από τη συγκυρία, αλλά δεν αρθρώνει αξίωση να την επηρεάσει. Που είναι περισσότερο προσανατολισμένος στην εσωτερική ζωή, χωρίς να υποδύεται ότι κατέχει και κηρύττει κάποια αλήθεια.

Ο Πορτοκάλογλου δεν άλλαξε. Αλλαξε όμως η εποχή. Στις πλατείες, ψηφιακές και πραγματικές, το ακροατήριο φορτίστηκε τόσο πολύ που δεν σου επέτρεπε πια να μην είσαι στρατευμένος. Δεν επιτρεπόταν πια να γράφεις πολιτικό τραγούδι με το χέρι γυμνό. Με το χέρι χωρίς κόκκινο γάντι.

Κάπως έτσι ο χαμηλόφωνος βάρδος επιστρατεύτηκε ως εχθρός. Κατασκευάστηκε ως απρόθυμος ακτιβιστής της άλλης πλευράς. Ενα τραγούδι με αναμφίλεκτα συμφιλιωτικό μήνυμα («νικητές και νικημένοι, όλοι χάσαμε μαζί») μεταφράστηκε βιαίως σε μνημονιακή προπαγάνδα.

Αν υπάρχει σήμερα λόγος σοβαρός να ακούσει κανείς ξανά το τραγούδι του Πορτοκάλογλου –στο CD που διατίθεται μαζί με την «Καθημερινή»– είναι και για να θυμηθεί το πολιτικό περιβάλλον που προκάλεσε εκείνη την παραχάραξη.

Σήμερα οι (οικειοθελώς) στρατευμένοι ομότεχνοι του Πορτοκάλογλου ψάχνουν μικρόφωνο για να καταθέσουν τη μεταμέλειά τους – κοψογάντηδες, αφού, αντί για το χέρι, προτιμούν να κόψουν τη μόδα που ξέφτισε. Η «σκηνή» –όπως ευφημιστικά λέγεται ο συρμός τον οποίο δεν ακολούθησε ο Πορτοκάλογλου– προσπαθεί πάλι να συντονιστεί με την πλατεία, που έχει στρέψει αλλού τον θυμό της. Δεν πρόκειται βέβαια για αληθινή μεταστροφή. Πρόκειται για «στρίψιμο» – για προσαρμογή στα νέα γούστα. Ο στίχος μένει ανεκπλήρωτος. Αυτό που θα περνούσε δεν λέει να περάσει με τίποτε.