ΑΠΟΨΕΙΣ

Μα υπηρετούν οι μαντινάδες την κολακεία;

Α​​πό πότε κρατάει το έθιμο δεν κατάφερα να το εξακριβώσω. Το Ιντερνετ, καλός συνεργάτης σε πολλά, δεν μπόρεσε να με βοηθήσει στη γενεαλόγηση μιας εορταστικής συνήθειας που αφήνει ευχαριστημένους μόνον όσους έχουν εθιστεί στην κολακεία, σαν αποδέκτες ή σαν «δράστες» της. Μιλάω για το έθιμο των χριστουγεννιάτικων και πρωτοχρονιάτικων μαντινάδων που απευθύνουν στους πολιτικούς αρχηγούς καλαντιστές ντυμένοι με την παραδοσιακή στολή του τόπου τους. Το έθιμο προκαλεί μελαγχολία όχι μόνο επειδή συνήθως οι δεκαπεντασύλλαβοι είναι κατασκευασμένοι πρόχειρα, με την επανάληψη μοτίβων εξαντλημένων από την κατάχρηση, αλλά και επειδή, ακόμα κι αν οι μαντιναδολόγοι έχουν αγαθή προαίρεση, προσβάλλουν τη δημοτική ποίηση στον πυρήνα της: στο ελεύθερο πνεύμα της, αυτό ακριβώς που την ξεχωρίζει και την καθιερώνει. Πρόκειται για μια ελευθεροφροσύνη που δεν θα μπορούσε ποτέ να μιλάει τη γλώσσα των κολάκων. Το βλέπουμε τόσο στα θέματα που θίγει αυτή η μορφή ποίησης, που δεν την περιορίζει κανένα συμβατικό «δέον», όσο και στον τρόπο που τα θίγει.

«Θίγει»; Ισχύει άραγε ο ενεστώτας ή μήπως η δημοτική ποίηση έχει περάσει τελεσίδικα στη δικαιοδοσία των ιστορικών λεγόμενων χρόνων; Σύμφωνα με πολλούς μελετητές της, η ανώνυμη και άνευ ιδιοκτήτη ποίηση έπαψε να δημιουργεί νέα, υψηλής στάθμης τραγούδια περίπου στα χρόνια της Επανάστασης. Τα ιστορικά τραγούδια, κατά τον χαρακτηρισμό του Ν.Γ. Πολίτη, είναι ίσως τα τελευταία γεννήματα μιας μακρότατης εξαιρετικής παραγωγής. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι το τέλος έρχεται αρκετά νωρίτερα στη στεριανή Ελλάδα (ας πούμε, συμβατικά, με τα τραγούδια για τα πάθη του Μεσολογγίου) απ’ ό,τι στη νησιωτική. Ιδιαίτερα στην Κρήτη, όπου συνεχίστηκαν οι απελευθερωτικοί αγώνες, η δημοτική μούσα δεν έπαψε να δοξάζει τα κατορθώματα των παλικαριών ή να μοιρολογάει τον θάνατό τους, έστω κι αν ακολουθούσε δρόμους που είχαν ήδη ανοιχτεί και δεν διακινδύνευε πρωτοτυπώντας. Γλαφυρό πειστήριο της αμείωτης νησιωτικής παραγωγής αποτελεί η «Συλλογή ηρωικών κρητικών ασμάτων» που εξέδωσε το 1889 στην Αθήνα ο Σφακιανός Παύλος Ι. Φαφουτάκης, φοιτητής τότε της Ιατρικής. Στις σελίδες της, εκτός από το μακροσκελέστατο άσμα του Δασκαλογιάννη, δημιούργημα του 18ου αιώνα αυτό (ανήκει στα ελάχιστα που ο ποιητής τους είναι γνωστός, αφού, όπως μας πληροφορεί το ίδιο το τραγούδι προς το τέλος του, δημιουργήθηκε από τον τυροκόμο μπαρμπα-Παντζελιό), αλλά και τραγούδια για επεισόδια και πρόσωπα των χρόνων της Επανάστασης, περιέχονται και άλλα που καλύπτουν σχεδόν όλο τον 19ο αιώνα: για την ολοκαύτωση του Αρκαδίου, το 1866, για τον Μιχαήλ Κόρακα, τον αποκληθέντα τουρκοφάγο, που πέθανε το 1882 (εδώ, «Πόμπηος είν’ ο ποιητής, Βενέτικος γροικάται, / τον αρχηγό τον Κόρακα πολύ τονε λυπάται»), και για τον επαναστάτη Κωνσταντίνο Κριάρη, που πέθανε το 1885.

Στα χρόνια του 20ού αιώνα, εκτός από τα μανιάτικα μοιρολόγια που πλάστηκαν για παλικάρια που σκοτώθηκαν στους νέους πολέμους (είναι χαρακτηριστικό ότι κάποια από αυτά καταγγέλλουν σαν φταίχτη τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που τον δοξάζουν δημώδεις στίχοι άλλων περιοχών), συντίθενται τα νεότερα ληστρικά (με ανυπέρβλητο πρότυπο τα κλέφτικα), καθώς και αρκετά για τον πόλεμο του ’40, ηρωικά, με οδηγό και πάλι τα κλέφτικα, ή σκωπτικά, με αφορμή την πείνα. Στο βιβλίο του «Το σύγχρονο κρητικό ιστορικό τραγούδι: Η δομή και η ιδεολογία του» («Θεμέλιο», 1979) ο Ερατοσθένης Καψωμένος αποθησαυρίζει αρκετές πολύστιχες αφηγηματικές ρίμες για την Κατοχή και την Αντίσταση, αλλά και κρητικά τραγούδια για τη δικτατορία και το Πολυτεχνείο, καθώς και για τον Κυπριακό αγώνα.

Παρά ένα τεσσαράκοντα χρόνια πριν λοιπόν ο Καψωμένος έγραφε πως «είναι ίσως καιρός να αναθεωρηθεί» η άποψη ότι «το δημοτικό τραγούδι δεν ανανεώνεται πια στην εποχή μας» και κατέθετε την πίστη του ότι σε ορισμένες περιοχές της χώρας «το δημοτικό τραγούδι δε συντηρείται απλά, μα παρουσιάζει και μια αξιόλογη προσαρμοστικότητα στα καινούρια δεδομένα, η οποία εκδηλώνεται με τη δημιουργία νέων συνθέσεων και νέων ειδών». Σαν τέτοιες, γόνιμες περιοχές κατονομάζονταν «η ύπαιθρος της Κρήτης και της Κύπρου, αρκετά νησιά του νότιου Αιγαίου, αλλά και ορισμένα ορεινά διαμερίσματα της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως του Παρνασσού, της Αρκαδίας, του Ολύμπου, των Τζουμέρκων, της δυτικής Μακεδονίας κ.ά.». Αυτή η αισιόδοξη γνώμη, που διακρίνεται για την εμπιστοσύνη της στον λαϊκό πολιτισμό, έχασε πιστεύω αρκετά από τα υποστηρίγματά της στις τέσσερις δεκαετίες που πέρασαν. Στη διάρκειά τους ο υπαίθριος βίος αποδυναμώθηκε ακόμα περισσότερο, η κοινωνική συνοχή διαβρώθηκε από τον ατομικισμό, η δε ακοή μας –η αισθητική και το γούστο μας– καταταλαιπωρήθηκε από την καταναλωτική ακμή των δημοτικοφανών στις διάφορες εκδοχές τους: κρητικοφανή, ηπειρωτικοφανή κ.ο.κ.

Ακόμα πάντως ακούγεται ισχυρή η άποψη του Ερατοσθένη Καψωμένου πως οι μαντινάδες είναι «η μόνη κατηγορία μέσα σ’ όλη τη δημοτική μας ποίηση που δεν παρουσιάζει αισθητή κάμψη». Αριθμητικά τουλάχιστον, η παραγωγή ανώνυμων, ημιεπώνυμων ή και ενυπόγραφων και ιδιόκτητων μαντινάδων δεν έχει καμφθεί, όπως μαρτυρούν οι σχετικές εκδόσεις. Για την πρωτοτυπία και την ποιότητά τους όμως δεν μπορούμε να είμαστε εξίσου σίγουροι. Για παράδειγμα, στο βιβλίο του Ανδρέα Λενακάκη «Θησαυρός ευχετήριων δίστιχων sms: Η κρητική παράδοση στην κινητή τηλεφωνία», που κυκλοφόρησε λήγοντος του 2017 (Ηράκλειο, εκδ. MYSTIS), καταγράφονται ταξινομημένες σε κατηγορίες 1.314 ευχές στιχουργημένες στον οικείο δεκαπεντασύλλαβο (η προηγούμενη συναγωγή του ίδιου συγγραφέα, το 2007, περιείχε 422 δίστιχα). Ανάμεσά τους υπάρχουν μαντινάδες που το σπίρτο και το καλό τους γούστο υπηρετείται από άρτια μετρική. Πολλές όμως είναι ξεκούραστες, άτονες παραλλαγές στο ίδιο θέμα. Κι ωστόσο, ακόμα κι αυτές είναι καλύτερες από τις μαντινάδες που προσφέρονται δίκην πλαστικών ανθέων σε πολιτικούς αρχηγούς, γιατί αυτές προδίδουν το μέτρο και με τις δύο σημασίες του όρου: φαλτσάρουν ως προς τον ρυθμό, αφού αλλού περισσεύουν συλλαβές κι αλλού λείπουν, κυρίως δε τις βαραίνει μια κραυγαλέα νοηματική αμετροέπεια, αφού τέτοια είναι, αναπόφευκτα, η διάλεκτος της κολακείας. Ενα μόνο δείγμα, η προς Κυριάκο Μητσοτάκη μαντινάδα του προέδρου της Ενωσης Βρακοφόρων Κρήτης: «Του Μητσοτάκη είσαι γιος και ανιψιός εθνάρχη, / μα όποιος τα έχει αυτά τα δυο, αξίζει του να άρχει». «Μα»; Αντιθετικό; Οχι «κι», «κι όποιος»; Και «άρχει», σε δημοτικοφανή στίχο; Και τίνος εθνάρχη ανιψιός είναι ο Κυριάκος, όταν ανιψιός εθνάρχη, του Βενιζέλου, ήταν ο πατέρας του; Πάλι η ρίμα θα φταίει, όπως επί Καρυωτάκη και Μαλακάση.