ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Τίτος Πατρίκιος στην «Κ»: Ο ποιητής να καταγγέλλει τη μικροψυχία

«Με τρομάζει το ότι πληθαίνουν οι φωνές τρέλας, οι αρνητές του ιού και των εμβολίων, όσοι πιστεύουν τις θεωρίες συνωμοσίας και τις διαδίδουν. Τέτοιες συμπεριφορές είναι εγκληματικές. Χαρακτηρίζονται από πλήρη έλλειψη ενσυναίσθησης». (Φωτ. ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ)

«“Υγεία, πάνω απ’ όλα” έλεγε η Σιφνιά γιαγιά μου, η Ευδοξία. “Σιγά το πράγμα”, της απαντούσα. Τώρα την καταλαβαίνω. Ελεγε κάτι ακόμα: “Κάλλιο να μας ζηλεύουνε παρά να μας λυπούνται”. Παρόμοια φράση υπάρχει σε κείμενο του Ηροδότου. Ανέκαθεν με συγκινούσαν οι κουβέντες των λαϊκών ανθρώπων. Πρόσφατα συνέβη κάτι παράξενο. Στο Παρίσι, επί χούντας, θυμήθηκα μια μαντινάδα που είχα διαβάσει και τη σημείωσα στην ατζέντα μου. Πριν από λίγες μέρες ήρθε ξανά στο μυαλό μου: “Την τύχη του κάθε λαός την κάνει μοναχός του. Κι όσα του κάνει η τρέλα του δεν κάνει του ο εχθρός του”. Δεν εξηγεί αυτό τη σημερινή κατάσταση; Γιατί, ειλικρινά σας το λέω, δεν φοβάμαι τον κορωνοϊό. Οχι από παλικαριά, αλλά γιατί παίρνω όλα τα μέτρα προστασίας –μάσκα, αποφυγή συνωστισμού– και ελπίζω ότι σύντομα θα έχουμε στα χέρια μας εμβόλιο ή φάρμακο. Πιο πολύ με τρομάζει το ότι πληθαίνουν οι φωνές τρέλας, οι αρνητές του ιού και των εμβολίων, όσοι πιστεύουν τις θεωρίες συνωμοσίας και τις διαδίδουν. Τέτοιες συμπεριφορές είναι εγκληματικές. Χαρακτηρίζονται από πλήρη έλλειψη ενσυναίσθησης».

Το σαλόνι του Τίτου Πατρίκιου, στο ευήλιο διαμέρισμά του που βλέπει την Εθνική Πινακοθήκη, τον «Δρομέα» του Κώστα Βαρώτσου και στο βάθος τον Λυκαβηττό, είναι γεμάτο βιβλία. Στους τοίχους, πίνακες ζωγραφικής, οικογενειακές φωτογραφίες κι ένα πορτρέτο του ίδιου, φτιαγμένο από τον ζωγράφο Χρόνη Μπότσογλου. «Τότε που ήμουν νέος και όμορφος», λέει γελώντας ο ποιητής.

Αφορμή για τη συνάντησή μας είναι μια ποιητική συλλογή, «Ο δρόμος και πάλι», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κίχλη. Και στην κουβέντα μας –για την πανδημία, την ποίηση, τους νέους– ωσεί παρόντες είναι πολλοί. Από τη φίλη του Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ: «Γνωριστήκαμε τη δεκαετία του ’40, μέσω της “Διάπλασης των Παίδων”. Τα ψευδώνυμά μας ήταν… φτερωτά το δικό της “Διαβατάρικο Πουλί”, το δικό μου “Αλμπατρος”». Και τον Κώστα Ταχτσή: «Στις εξετάσεις για εισαγωγή στη Νομική Σχολή Αθηνών, το 1946, καθόταν δίπλα μου. Εκεί γνωριστήκαμε και γίναμε φίλοι». Μέχρι τον Νικηφόρο Βρεττάκο: «Εκτός από καλός ποιητής ήταν από τους καλύτερους ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Σε αντίθεση με άλλους, που δεν βοήθησαν ποτέ κανέναν, όπως ο Κώστας Βάρναλης. Αλλά με τα χρόνια έχω εκπαιδευτεί να ξεχωρίζω τους ανθρώπους από το έργο τους…».
 
– Σας ζόρισε ο εγκλεισμός τους τελευταίους μήνες, λόγω της πανδημίας;
– Καθόλου. Είμαι εξοικειωμένος. Εχω υποστεί πολλά είδη απομόνωσης: στη Μακρόνησο, σε νοσοκομείο κρατουμένων, στον Αη Στράτη, στο Παρίσι όπου ζούσα ολομόναχος στα χρόνια της δικτατορίας. Ο σημερινός εγκλεισμός, άλλωστε, είναι διαφορετικός. Εχω στη διάθεσή μου βιβλία, τηλέφωνο, τηλεόραση, μουσική. Δεν στερούμαι την επικοινωνία – ούτε με τον έξω κόσμο, ούτε με τους ανθρώπους μου. Και κάθε μέρα λύνω το σταυρόλεξο της «Καθημερινής»!
 
– Ποιο είναι το κυρίαρχο συναίσθημα κάθε φορά που γράφετε ένα βιβλίο;
– Πολλά. Και ανυπομονησία να ολοκληρωθεί, και λαχτάρα να κυκλοφορήσει, και αγωνία για το αν θα διαβαστεί. Και, βέβαια, παραμονεύει πάντα η σκέψη: αν την πάτησα αυτή τη φορά; Αν έγραψα σαχλαμάρες; Αντιμετωπίζω αυτόν τον φόβο δουλεύοντας πολύ τα ποιήματά μου. Ο Γιάννης Ρίτσος, με τον οποίο ήμασταν μαζί στην εξορία, στον Αη Στράτη, μου έλεγε: «Για να αισθανθείς ότι τελείωσες ένα ποίημα, πρέπει να το γράψεις και να το ξαναγράψεις τουλάχιστον είκοσι φορές». Προσπαθώ να το τηρώ, να βρίσκω τις ατέλειες στους στίχους μου και να τις διορθώνω.
 
– Από ποια αφετηρία ξεκινάτε για να γράψετε;
– Από ένα συγκεκριμένο περιστατικό, το οποίο μεταπλάθω. Αν δεν έχεις βιώσει κάτι, δεν μπορείς να μιλήσεις ουσιαστικά για αυτό. Εχουν γραφτεί εκατοντάδες βιβλία για την Αντίσταση ή για τους κοινωνικούς αγώνες από ανθρώπους που δεν είχαν καμιά συμμετοχή σε αυτά. Τα περιγράφουν σαν να τα έζησαν. Αυτό το «σαν να…» οδηγεί πάντα σε κακή λογοτεχνία. Αν δεν βάλεις το αίμα σου στις λέξεις, πώς θα γράψεις; Το να υποδύεσαι είναι πολύ καλό στο θέατρο αλλά επικίνδυνο στο γράψιμο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα βιώματα ενός ποιητή πρέπει πάντα να είναι συγκλονιστικά. Από οτιδήποτε βλέπει γύρω του μπορεί να εμπνευστεί, αρκεί να το παρατηρήσει και να σκεφτεί πάνω σε αυτό. 

– Πότε κυκλοφόρησε το πρώτο σας βιβλίο;
– Το 1954. Είχα έρθει στην Αθήνα ως αδειούχος εξόριστος και η μητέρα μου (σ.σ. η ηθοποιός Λέλα Σταματοπούλου), που έκανε τουρνέ με έναν θίασο και είχε μαζέψει κάποια χρήματα, μου έδωσε το ποσό που χρειαζόμουν για την έκδοση. Οσο ήμουν στη Μακρόνησο και στον Αη Στράτη είχα απορρίψει την ποίηση. Μου είχε καφρωθεί η ιδέα ότι με εμπόδιζε από τη δράση και δη την επαναστατική, την οποία θεωρούσα πρωταρχικό καθήκον μου. Πίστευα ότι είναι έκφραση του μικροαστικού συναισθηματισμού. Ο Ρίτσος με έπεισε ότι αυτά ήταν ανοησίες και με έβαλε ξανά στον δρόμο της ποίησης.
 
– Τότε ήταν ο «Χωματόδρομος». Τώρα «Ο δρόμος και πάλι»...
– Αγαπώ την κίνηση. Εάν μένουμε στάσιμοι, δεν βελτιωνόμαστε ως άνθρωποι. Οι δρόμοι υπάρχουν για να τους περπατάμε. Κι αν δεν υπάρχουν, πρέπει εμείς να τους ανοίγουμε. Το ζητούμενο –και στην ποίηση και στη ζωή γενικότερα– είναι να βρίσκεις κάθε φορά ένα τέλος (να μη μένεις ατελής), αλλά να ξανοίγεσαι και πάλι στην περιπέτεια μιας νέας αρχής, να αναζητείς ένα καινούργιο τέλος (λέξη συγγενής με την τελειότητα).

Δεν θα κάνω και κωλοτούμπες για να αποκτήσω υστεροφημία

– «O πόνος να ’ναι πρόσκαιρος κι η αγάπη να ’ναι αιώνια» είναι στίχοι από ένα καινούργιο σας ποίημα. Στη δική σας ζωή, η αναλογία αυτών των δύο ποια είναι;
– Τις περισσότερες φορές η ζυγαριά της δικαιοσύνης δεν ισορροπεί, αλλά στη δική μου διαδρομή, κατά έναν περίεργο τρόπο, έχει ισορροπήσει απολύτως. Και πόνο βίωσα πολύ έως τώρα, αλλά και αγάπη. Η μεγαλύτερη αγάπη, μετά της μάνας μου και του πατέρα μου, ήταν της Ρένας Σταυρίδη, της δεύτερης συζύγου μου. Κι ο μεγαλύτερος πόνος, ότι την έχασα πρόωρα, πριν από μια δεκαετία. Γεμίζω την απουσία της με το γράψιμο. Σκέφτομαι κάθε μέρα την απώλεια, προσπαθώντας όμως αυτή η σκέψη να μην με διαλύει, αλλά να με κάνει πιο σωστό άνθρωπο…
 
– Η νέα γενιά σάς αγαπάει πολύ ακόμα και εικοσάρηδες, που έχουν μεγαλώσει με ένα τάμπλετ στα χέρια. Πού το αποδίδετε;
– Ωρες ώρες σκέφτομαι ότι ίσως τα ποιήματά μου λειτουργούν όπως αυτά των καλών ποιητών. Ενα καλό ποίημα αποτελεί αυτοβιογραφική ανάλυση – συχνά μάλιστα επικρίνεται η ποίηση για υπερβολικό υποκειμενισμό, ιδιαίτερα από μια παλιά αριστερή δογματική άποψη. Με τα χρόνια έχω καταλάβει ότι η καλή ποίηση δεν είναι (μόνο) αυτοβιογραφία του ποιητή, αλλά δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να ανακαλύψει τον εαυτό του και να συνθέσει, κατά κάποιον τρόπο, τη δική του αυτοβιογραφία. Αν κάποιοι στίχοι μου δίνουν τη δυνατότητα στους νέους να ανακαλύψουν κομμάτια του εαυτού τους που ίσως αγνοούσαν προηγουμένως, είναι ό,τι καλύτερο μπορούσα να πετύχω. Μου δίνει τεράστια χαρά, αν ισχύει, αλλά δεν μπορώ να είμαι σίγουρος και κυρίως προσέχω να μην το διατυμπανίζω, γιατί θα είναι μια μορφή καβαλήματος του καλαμιού. (Γέλια)

– Οταν διαβάζετε τον στίχο του Χάιντερλιν «Και οι ποιητές τι χρειάζονται σ’ έναν μικρόψυχο καιρό;» τι σκέφτεστε;
– Ολοι οι καιροί είναι μικρόψυχοι, ακόμα και εκείνοι που λένε ότι είναι μεγαλόψυχοι. Σκεφτείτε την Κίνα την εποχή της Πολιτιστικής Επανάστασης. Πόσα εκατομμύρια νεκρών και κυνηγημένων βρίσκονταν πίσω από τα υψηλά ιδεώδη της. Ο ρόλος του ποιητή είναι να αντιλαμβάνεται, να αποτυπώνει και να καταγγέλλει τη μικροψυχία του καιρού του. Να παίρνει θέση στα πράγματα, χωρίς να επιδιώκει να γίνεται ο ίδιος παράγων, εξαργυρώνοντας τις «υπηρεσίες» του.
 
– Σας απασχολεί η υστεροφημία σας;
– Ας μην κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου: θα ήθελα υστεροφημία. Αλλά δεν θα κάνω και κωλοτούμπες για να την αποκτήσω!

Το πρώτο ποίημα

«Εγραψα τους πρώτους μου στίχους το 1935, σε ηλικία επτά ετών. Με είχαν βάλει οι γονείς μου στις θερινές κατασκηνώσεις του Ζηρίνειου, στη Βούλα, πληρώνοντας ένα ποσό διόλου ευκαταφρόνητο. Σε αντίθεση με άλλες, δωρεάν κατασκηνώσεις, όπου γινόταν πανζουρλισμός, σε εμάς όλα ήταν κυριλέ. Μας πήγαιναν κάθε μέρα για μπάνιο σε παράταξη. Η υπεύθυνη σφύριζε για να μπούμε στη θάλασσα, σφύριζε για να βγούμε και επιστρέφαμε πάλι σε παράταξη τραγουδώντας τον ύμνο του ιδρύματος. “Τι όμορφα περνούμε και τι καλά που ζούμε, μες στο Ζηρίνειο όλο, παλάτι φωτοβόλο”. Από αντίδραση, έχοντας αγανακτήσει μ’ αυτήν την ασφυκτικά πειθαρχημένη διαβίωση, έφτιαξα μια παραλλαγή του ύμνου και την τραγουδούσαμε με τους φίλους μου: “Τι άσχημα περνούμε και τι κακά που ζούμε, μες στο Ζηρίνειο όλο, παλάτι α-φωτοβόλο”. Δεν έβρισκα λέξη που να κάνει ομοιοκαταληξία, βλέπετε, και χρησιμοποίησα ως λύση το άλφα στερητικό!». «Εγραψα τους πρώτους μου στίχους το 1935, σε ηλικία επτά ετών. Με είχαν βάλει οι γονείς μου στις θερινές κατασκηνώσεις του Ζηρίνειου, στη Βούλα, πληρώνοντας ένα ποσό διόλου ευκαταφρόνητο. Σε αντίθεση με άλλες, δωρεάν κατασκηνώσεις, όπου γινόταν πανζουρλισμός, σε εμάς όλα ήταν κυριλέ. Μας πήγαιναν κάθε μέρα για μπάνιο σε παράταξη. Η υπεύθυνη σφύριζε για να μπούμε στη θάλασσα, σφύριζε για να βγούμε και επιστρέφαμε πάλι σε παράταξη τραγουδώντας τον ύμνο του ιδρύματος. “Τι όμορφα περνούμε και τι καλά που ζούμε, μες στο Ζηρίνειο όλο, παλάτι φωτοβόλο”. Από αντίδραση, έχοντας αγανακτήσει μ’ αυτήν την ασφυκτικά πειθαρχημένη διαβίωση, έφτιαξα μια παραλλαγή του ύμνου και την τραγουδούσαμε με τους φίλους μου: “Τι άσχημα περνούμε και τι κακά που ζούμε, μες στο Ζηρίνειο όλο, παλάτι α-φωτοβόλο”. Δεν έβρισκα λέξη που να κάνει ομοιοκαταληξία, βλέπετε, και χρησιμοποίησα ως λύση το άλφα στερητικό!». 

Η συνάντηση

Ο κορωνοϊός τού έχει στερήσει τις εγγονές του (επτά και πέντε ετών) και τις εξόδους με τους φίλους του. Η συνάντησή μας με τον 92χρονο Τίτο Πατρίκιο έγινε στο διαμέρισμά του, στο Παγκράτι. Ηπιαμε καφέ, συνοδεία μπισκότων, στα αγαπημένα του φλιτζανάκια, «τα μόνα που γλίτωσαν από ένα εγγλέζικο πορσελάνινο σερβίτσιο». Το πρώτο του ποίημα που δημοσιεύθηκε, το 1943, ήταν το «Αν βρεις». Τι ψάχνει; Και τι έχει βρει ώς τώρα; «Αυτό που πάντα έψαχνα ήταν η αλήθεια των πραγμάτων, των γεγονότων, των πράξεων. Κάθε φορά νόμιζα ότι την είχα βρει. Στη συνέχεια διαπίστωνα ότι είχα κάνει λάθος». 

titos-patrikios-stin-k-o-poiitis-na-kataggellei-ti-mikropsychia0
Εικονογράφηση: ΤΙΤΙΝΑ ΧΑΛΜΑΤΖΗ

titos-patrikios-stin-k-o-poiitis-na-kataggellei-ti-mikropsychia1