ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Τίμερμανς: Η Ελλάδα μπορεί να γίνει πρότυπο απολιγνιτοποίησης

Φωτ. REUTERS

Την πλήρη στήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στα ελληνικά σχέδια απολιγνιτοποίησης εκφράζει ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Κομισιόν Φρανς Τίμερμανς. Σε συνέντευξη που παραχώρησε σε έξι ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων και η «Κ», την παραμονή της παρουσίασης του νέου, ακόμα πιο φιλόδοξου στόχου για μείωση εκπομπών κατά 55% ως το 2030 σε σύγκριση με το 1990, ο κ. Τίμερμανς δηλώνει: «Επικροτώ τις ελληνικές αρχές για την τόλμη τους!» και δεσμεύεται να στηρίξει την ελληνική προσπάθεια με όλα τα μέσα στη διάθεση της Κομισιόν.

«Είμαστε σε επαφή με την Ελλάδα εδώ και αρκετούς μήνες γιατί κινήθηκαν πολύ νωρίς στην κατεύθυνση της απανθρακοποίησης» τονίζει ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Επιτροπής. «Ο συνδυασμός της πλήρους απουσίας οικονομικής προοπτικής των λιγνιτωρυχείων και των εξαιρετικά αρνητικών περιβαλλοντικών συνεπειών τους, σε μία χώρα που εξαρτάται σημαντικά από την ποιότητα του φυσικού της περιβάλλοντος από οικονομική άποψη, συνέβαλλαν σε έναν στόχο που είναι εξαιρετικά φιλόδοξος – αλλά και έξυπνος. Όσοι κινούνται πρώτοι έχουν πλεονέκτημα στην πράσινη μετάβαση, θα εισπράξουν τα οφέλη ταχύτερα. Και δεσμεύομαι προσωπικά ότι θα κάνω ό,τι μπορώ για να διασφαλίσω ότι το ελληνικό σχέδιο θα πετύχει. Όπου μπορούμε να βοηθήσουμε, θα το κάνουμε. Υπάρχουν αρκετές χώρες όπου εξακολουθούν να λειτουργούν λιγνιτωρυχεία – η Τσεχία, η Πολωνία, η Γερμανία. Το επιτυχημένο κλείσιμό τους στην Ελλάδα, με τη δημιουργία οικονομικών ευκαιριών σε άλλους τομείς στις περιοχές όπου λειτουργούσαν, θα είναι ένα εξαιρετικό πρότυπο που θα επιτρέψει σε άλλες περιοχές να πιστέψουν ότι μπορούν κι εκείνες να πετύχουν το ίδιο».

Πώς κρίνει το γεγονός ότι το συμπλήρωμα του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης περιορίστηκε στα 17,5 δισ. ευρώ για την περίοδο 2021-7 αντί για τα 40 δισ. ευρώ που είχε προτείνει η Επιτροπή τον Μάιο; Τι δείχνει αυτό για τη διάθεση των «27» να στηρίξουν την πράσινη μετάβαση;

«Εξαρτάται πώς θα το προσεγγίσει κανείς» απαντά. «Το αρχικό αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ήταν για μόνο 5 δισ. ευρώ. Εξακολουθεί να είναι περισσότερα από τα διπλά από την αρχική δική μας πρόταση [σ.σ.: 7,5 δισ. ευρώ]. Φυσικά θα ήθελα να είναι περισσότερα, αλλά ήδη το ποσό στο οποίο κατέληξε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι μεγάλο».

Ο κ. Τίμερμανς επιβεβαιώνει ότι οι πιο φιλόδοξοι στόχοι για τη μείωση των εκπομπών θα επιταχύνουν τις εξελίξεις για τη ναυτιλία – έναν κλάδο ζωτικό για την ελληνική οικονομία. «Η ναυτιλία είναι πολύ ρυπογόνος. Άρα μπορούμε να πετύχουμε σημαντικές μειώσεις αν χειριστούμε τη ναυτιλία με τον σωστό τρόπο», λέει. Όπως εξηγεί, ως αποτέλεσμα του νέου, πιο φιλόδοξου στόχου, ο κλάδος θα κληθεί να μειώσει τις εκπομπές ταχύτερα από ό,τι προβλεπόταν μέχρι πρότινος. «Θα αναζητήσουμε τρόπους για να βοηθήσουμε τη ναυτιλία να κινηθεί σε αυτήν την κατεύθυνση. Το ξέρουν ότι έρχεται αυτό, το κατανοούν και προετοιμάζονται γι’ αυτό. Τόσο στη ναυτιλία όσο και στις αερομεταφορές πολλά πρέπει να γίνουν». Υπενθυμίζει άλλωστε ότι «ζητάμε πολλά από την αυτοκινητοβιομηχανία, από πολλούς άλλους τομείς… δεν θα ήταν δίκαιο να μην συμπεριληφθούν η ναυτιλία και οι αερομεταφορές [στην προσπάθεια μείωσης των εκπομπών]».

Σχετικά την πολιτική διάσωσης των αεροπορικών εταιρειών που έχουν εφαρμόσει πολλά κράτη-μέλη, τονίζει: «Κατανοώ την ανάγκη στήριξης των αεροπορικών εταιρειών. Ακόμα και στην πιο βιώσιμη κοινωνία, θα χρειαζόμαστε τις αερομεταφορές – αλλά θα πρέπει να είναι βιώσιμες αερομεταφορές. Άρα θα απογοητευόμουν – και νομίζω ότι δεν θα ήταν έξυπνο – αν αυτά τα δημόσια χρήματα δίνονταν χωρίς απαιτήσεις για στροφή σε συνθετικά καύσιμα και βιοκαύσιμα, για λιγότερο ρυπογόνες μηχανές, για αντικατάσταση πτήσεων μικρής διάρκειας με σιδηροδρομικές μεταφορές κ.ο.κ. Όλα αυτά πρέπει να αποτελούν μέρος των πακέτων στήριξης και δεν είμαι σίγουρος ότι βλέπω να εφαρμόζονται παντού. Στα νέα μας σχέδια είμαστε πιο αυστηροί με τις αεροπορικές εταιρείες, απαιτούμε περισσότερα όσον αφορά τον περιορισμό των εκπομπών τους. Αυτή η προσπάθεια θα συνεχιστεί και ελπίζω ότι τα κράτη-μέλη να συμβάλλουν σε αυτήν».

*Διαβάστε την πλήρη συνέντευξη στην αυριανή έκδοση της «Καθημερινής»